Tuesday, 13 November 2012

Edgar Allan Poe

Δυστυχισμενοι θε να ναι παντα οι ανθρωποι. Μονοι και σκοτεινοι, ιδανικα πλασμενοι με αρρωστημενες αδυναμιες. Ανεξαρτητα ενεχειρα, κλειδωμενοι σε ανοιχτα κλουβια.Ολα οσα πιστευαν καταρριπτονταν απο τον ιδιο τους τον εαυτο. Μαυροι.


άκουσα ένα κρότο
σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου.
"Κανένας ξένος", σκέφτηκα "οπού χτυπά τη πόρτα, τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ' άλλο"...
Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη
και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν...

  


Ενας απο αυτους και εκεινος. Ταυτισμενος με οσους μισουσε. Ηθελε να διαφερει. Ματαια. Φιλοι του το ποτο και τα τσιγαρα. Η φτωχεια και ο αποχωρισμος. Κουνουσε το μαντηλι σε εικονες που εδιωχνε ο ιδιος. Πασχιζε να πονεσει.

 ..Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος,
γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε
η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε,
μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο...


Αιμα, τα γραπτα του. Οι εικονες του δυσπεπτες απο πολλους. Σχεδον, αηδιαστικες. Νεκρες ζωες και ξεχασμενες αναμνησεις.Οποιος τον πλησιαζε, χανοταν. Σε στιγμες μιζερες και κοκκινες. Αιμα.


Δοξαζε και πλευριζε τον θανατο. Τον ενιωθε. Ενας παλιος γνωστος. Ενα επισκεπτης που ηρθε για να μεινει. Ενας χαμενος συγγενης. Συγγενης εξ αιματος.

Μπερδευε τα ονειρα με τη ζωη. Οπτικη γωνια φιλτραρισμενη με μαυρο. Μονος απο επιλογη. Νικημενος απο τη μοιρα, χαμενος στη ζωη.

Δεν χρειαζοταν να αναπνεει. Ζουσε απο τα εργα του. Μεσα σε τασακια απο σβησμενες γοπες. Η ανασα του μυριζε αλκοολ και σηψη. Μαλλια μαυρα,  ματια μαυρα. Ζωη; μαυρη.

Ανικανος να συμμορφωθει κατω απο τους κανονες, τους νομους. Αρνηση για ζωη,  γλυκια αναμονη προς τον θανατο. Ενα ταξιδι με προορισμο το τελος. Ολοι χανονταν, καποτε.

Εχασε πολλα και πολλους. Κυριως το μυαλο του. Την διψα του για ζωη. Υιοθετημενος απο την απωλεια. Ξεχασμενος απο τον ηλιο.

Συχναζε σε μπαρ. Ημιφωτισμενα, τρομακτικα. Εκει αισθανοταν. Εκει εγραφε εκει ανεπνεε. Μεσα απο γραμματα. Με παραληπτες προσωπα μη υπαρκτα, εξωπραγματικα. Εγραφε. Εγραφε για τα προς το ζειν. Για να καλυψει την αχορταγη μανια του. Μανια για φημη, λεφτα, εικονες. Εικονες κοκκινες.

Αλλα δεν εγραφε για αυτους. Για ολους αυτους. Δικοπο μαχαιρι. Αφιερωθηκε στο σκοταδι, στην μοιρα. Αυτη που τον χτυπησε τοσο. Ανθρωπος δυστυχισμενος- ανθρωπος που δημιουργησε μονος του τη δυστυχια του. Ολη του η ζωη ενας δρομος προς την αυτοκαταστροφη. Φοβισμενος απο το θανατο, συμβιβασμενος στην ιδεα του.

Ηρωες του κυριως κοπελες. Λεπτες και χλωμες. Φεγγαρολουσμενες και επιρρεπεις. Χαμενες νεες. Χαμενες οπως και η αγαπη του.Η σπιθα του για ζωη.

Προσπαθουσε , αναμεσα στα ποτα και τις καταχρησεις, να βρει ενα λογο να ζησει. Να ξεδιψασει. Ολοι χανονταν ομως. Μεσα στο σκοταδι που εκεινος αποκαλουσε παθος. Μυαλο περιεργο, ανθρωπος φαντασιοπληκτος. Ονειροπολος χωρις ονειρα. Μονος του σκοπος, η ποιηση.

κοιτα, μην γινεις σαν αυτον.
αυτον που νικηθηκε απο οσα εγραφε. Που καθε πονος του γινοτανε χαρα. 
Αν ομως, ευτυχισμενος δεν ηταν αυτος, τοτε ποιος ητανε;

"λιγο πριν κλεισει τα ματια του κοιταξε για τελευταια φορα τον ηλιο. Για πρωτη φορα παρατηρησε ποσο κοκκινος ,ηταν. Καθως πλησιαζε στο σκοταδι ενωσε επιτελους πως καπου ανηκει. Εκλεισε τα ματια και απο το μυαλο του περασαν οι λεξεις που του σημαδεψαν τη ζωη. Θανατος, πονος, σκοταδι"