Thursday, 20 December 2012

Oι μελανες σελιδες της Μελανυ.

 Η Μελανυ ηταν πια νεκρη. Λογικη συνεπεια αν σκεφτεις πως φλερταρε με τον θανατο. Εκλεισε τα ματια της και ενωθηκε με το συμπαν.
    Η Μελανυ ηταν μια κοπελα λιγο παραπανω απο εικοσι χρονων. Ειχε ξανθια μακρια μαλλια - σε αντιθεση με το ονομα της, που παντα της θυμιζε μαυρα, κορακι μαλλια - και ηταν τρελη. Ζουσε ανατολικα του Λονδινου σε μια υγρη πολυκατοικια χωρις κατοικους. Εκτος απο εκεινη. Αργοτερα και χωρις εκεινη. Ζουσε στον δευτερο οροφο και ανεβαινε παντα με τις σκαλες. Οχι απο πεποιθηση, απο ελπιδα. Μηπως μια μερα γλιστρισει και σπασει το σβερκο της. Τον σπασει και πεθανει. Ειχε μια μαυρη γατα,ημιτυφλη και ασθενικη. Ηταν αλλεργικη στις γατες, και προσευχοταν καθημερινα να παθει ενα αλλεργικο σοκ. Ενα αλλεργικο σοκ και να πεθανει. Ειχε και ενα χρυσοψαρο. Νεκρο.
   Δεν ενιωθε οτι ζουσε. Ενιωθε πως χανοταν μεσα στο χρονο. Πως μια μερα θα πεθανει απο την ανοια και την βαρεμαρα. Πως οι τοιχοι του μουχλιασμενου δωματιου της θα πεσουν να την πλακωσουν. Κοπελα γεματη ονειρα. Ομως τα ονειρα, ελεγε, δεν βγαινουν ποτε αληθινα. Αλλες μερες ευχοταν να πεθανει στον υπνο της. Να κλεισει τα ματια και να μην ξυπνησει ποτε. Ηρεμος θανατος. Μη αναστρεψιμος. Για αυτο το λογο κοιμοταν πολυ. Πιο πολυ απο το μεσο ανθρωπο. Αλλες παλι ηλπιζε στο να την δολοφονισουν. Συνηθιζε να επιδεικνυει ερριστικα τα κοσμηματα της καθως περνουσε μεσα απο σκοτεινα δρομακια. Μιλουσε με μεθυσμενους και αστεγους. Τους ερεθιζε και τους προκαλουσε. Κανεις ομως δεν τολμουσε. Αθελα της γεμιζε τα ματια της με αμφιβολια. Αμφιβολια για κατι που απο καιρο ειχε υιοθετησει. Τον θανατο.
    Αυτο το καθ'ολα χαρουμενο κοριτσι ηταν αρκετα φυσιολογικο. Ειχε πεντε δαχτυλα σε καθε χερι και ποδι, ειχε δυο ματια και ειχε και μυτη. Ειχε ομως κατι παραξενο ενα πολυ μακρυ λαιμο. Σιχαινοταν ολα τα χρωματα, εκτος απο το γκρι το μαυρο και το κοκκινο. Πιο πολυ απο ολα σιχαινοταν το κιτρινο και οτι ειχε να κανει με αυτο το χρωμα. Σιχαινοταν τις παπιες- αν και δεν ειχε δει ποτε, καμια κιτρινη παπια- το τυρι και πανω απο ολα τις μπανανες. Κυριως τις μπανανες.
    Οικογενεια δεν ειχε πια. Ο πατερας της ηταν διαβητικος και πλεον νεκρος. Η μανα της ειχε φυματιωση και ηταν πλεον νεκρη.Η Μελανυ δεν πιστευε στην κληρονομικοτητα. Ηταν,ελεγε, μια μεγαλη μπουρδα. Αν ισχυε, θα ταν ηδη νεκρη και εκεινη. Θα ειχε πεθανει απο ζαχαρο. 'Η απο φυματιωση. 'Η μια νεα ασθενεια, τη ζαχαρωδη φυματιωση. Οπως μπουρδες φωναζε καθε φορα που εβλεπε γαμους ή βαπτισια.  Η εννοια της ζωης αγνωστη για εκεινη. Καλυτερα, αχρηστη.
    Απ' οσο θυμοταν τον εαυτο της ηθελε να πεθανει. Ακομη και οταν γεννηθηκε πηγε να αυτοστραγγαλιστει με τον ομφαλιο λωρο της. Ηταν ομως πολυ αδυναμη για να το αποτρεψει. Αλλη φορα, σκεφτηκε. Η αλλη φορα δεν αργησε να ερθει, Στη δευτερα δημοτικου εφαγε 14 κηρομπογιες. Ολα τα χρωματα εκτος απο το κιτρινο. Ομως και παλι την εσωσαν. Τι εννοεις ειναι μη τοξικες οι κηρομπογιες; και τι εννοεις με "σωσατε";. Ακομη και τωρα, στην ηλικια των λιγο παραπανω απο εικοσι, δεν καταλαβαινε. Το ιδιο ακολουθησε με τις πλαστελινες στην τριτη και με τις νερομπογιες στην τεταρτη. Ματαια.
   Οταν πηγε γυμνασιο πεθανε πρωτη φορα. Ειδε το αγορι των ονειρων της, τον Αλεξ Κολλινς- που αργοτερα, φημολογειται, πως το κανε Φριγουει- να φιλαει αλλη κοπελα. Πονεσε τοσο που ενιωσε την καρδια της να σπαει. Μεταφορικα. Της αρεσε τοσο η αισθηση που ηθελε να το παθει. Κυριολεκτικα. Τι ανοητη! Οι καρδιες δεν σπανε, σκεφτηκε. Μονο ο λαιμος και η σπονδυλικη στηλη. Γεμισε ελπιδα.
   Ολη της τη ζωη σχεδιαζε τον θανατο της,. Το ποτε και το που. Τι θα γραφε στον ταφο της- "Τωρα,ΖΩ." μεχρι τι θα φοραγε. Σιγουρα κατι κοκκινο και γκρι. Σιγουρα οχι κιτρινο.Και σιγουρα θα χε μαυρα μαλλια.

Καπως ετσι:

   Ηταν οτι ζητουσε πιο πολυ απ ολα στη ζωη της. Ποτε δεν ειχε το κουραγιο να το κανει. Να αυτοκτονησει. Εξαλλου δεν της αρεσε η λεξη "αυτο". Παντα χρησιμοποιουσε τη λεξη "εκεινο". Εκεινοχειρας δεν υπαρχει. Νευριαζε. Νευριαζε  που επρεπε να στηριχτει σε αλλους. Σε αλλους ανθρωπους. Ποτε δεν τους καταλαβε. Γιατι κανεις δεν χαζευε τα νεκρα περιστερια στο δρομο, οπως εκεινη; . Γιατι κανεις δεν φωτογραφιζε πατημενα ποντικια στις ακρες του δρομου σαν εκεινη; . Περιεργοι ανθρωποι. Απροσαρμοστοι. Μα πανω απο ολα , που κανεις δεν την αγαπησε αρκετα ωστε να την βοηθησει να πραγματοποιησει το μεγαλο της ονειρο. Να πεθανει. Εχασε πλεον καθε πιστη για την αγαπη.
    Αυτο δεν κρατησε πολυ. Ισως να φταιει που ειχε μαζεψει τη χτικιαρα γατα της απο το δρομο. Ισως που δεν χαλαγε ποτε ρευμα με το να ανεβαινει με τα σκαλια. Ισως βοηθησε η θεα φυση ή κατι τετοιο, αλλα εγινε.
    Ηταν βραδυ και αποφασισε να ξαναπροσπαθησει. Εβαλε οτι πιο προκλητικο ειχε σε χρυσαφικο και κατεβηκε ατσουμπαλα τις σκαλες για να σεργιανισει στους δρομους. Αυτους με την υψηλη εγκληματικοτητα. Αποφασισμενη γυρνουσε στους δρομους και εκανε την ημιλυποθημη. Μηπως κανας συνανθρωπος τη λυπηθει και την σκοτωσει. Σε μια προσπαθεια μαλιστα , σε ενα στενο αναμεσα στο στεκι ενος μεθυσου και ενος τυφλου γερου, το πιστεψε τοσο πολυ που γλιστρισε και σωριαστηκε. Αυτα τα δευτερολεπτα που  περασαν μεχρι να σκασει στο πατωμα ηταν ανυποφορα. Εμοιαζαν αιωνες. Το μονο πραγματα που μπορεσε  να δει, ηταν η αιτια του θανατου της. Μια πατημενη μπανανοφλουδα Ακουσε ενα εκκωφαντικο "κρακ" και μετα τιποτα. Ανοιξε τα ματια της και ειδε κοσμο. Κοσμο να την περιτριγυριζει και να την κοιτα με φρικη. Κοσμο να την ληστευει και να γινεται καπνος. Γατες να γευονται τα υπολειμματα μπανανας στα τακουνια της και εναν νεαρο να την πλησιαζει. Εναν νεαρο ομορφο,με ματια μελαγχολικα. Της αρπαξε το χερι και την αγκαλιασε σφιχτα. Καθως αφηνοταν στον ηχο που εκανε το ονομα του ξενου, ενιωσε για μια στιγμη τι παει να πει αγαπη. Με λενε Θανατο, της ειπε....
 

Friday, 14 December 2012

Ο τελευταιος μαυρος γατος.

 Μεχρι τα τεσσερα μου,ημουν ενας γατος. Γατος αδεσποτος, σχεδον μονος. Δυο σχισμες για ματια, χρωμα μαυρο. Αλλοτε γκρι και καμια φορα, κοκκινωπο. Κυριως ομως μαυρο.
   Περναγα τις μερες μου περπατωντας. Προσεχοντας τα πιο ασημαντα πραγματα. Πατημενα καπακια, πεταμενα κουτια- βελονες στα αχυρα που μονο εγω εβλεπα. Παραξενο πραγμα.
   Τρεφομουν με στιγμες και ανθρωπους. Αλλων γατων, αδεσποτες και μη. Γατες χαρουμενες, προβληματισμενες και προβληματικες. Ευτυχισμενος με το παραμικρο, ενθουσιασμενος με το τιποτα.  Κουρνιαζα σε κουρελια και παρακαλουσα τους αγνωστους για ενα χαδι. Γουργουριζα εριστικα και επειθα τον εαυτο μου πως ημουν ελευθερος.
   Ολα αυτα, μεχρι τα τεσσερα μου. Στα πεντε μου, φορεσα λουρι. Ενα κοκκινο, φανταχτερο με ενα κουδουνακι στη μεση. Κουδουνακι, για να φαινεται πως καπου ανηκω. Μαρκαρισμενος. Μεσα στη εικονικη μου ελευθερια, εμοιαζα καλα. Ξαπλωνα ακομα σε ταρατσες και αγναντευα τον ουρανο αλλα παντα με μετρο. Δεν επαιζα στις λασπες για να μην λερωθω, δεν ετρωγα σκουπιδια για να μην αρρωστισω. Δεν μιλαγα με αλλες γατες πια, ηταν βλεπετε φορεις μικροβιων. Επαψα πια να βλεπω καρφιτσες. Για τα αχυρα δε, ουτε λογος.
   Μια απο αυτες τις μερες που περπατουσα μεσα στα ονειρα μου, επιασε μια πολυ δυνατη βροχη. Τα παντα ετρεμαν και χοντρες σταγονες βροχης χτυπουσαν το τζαμι. Σκουπιδια κυλουσαν μεσα σε ρυακια στους δρομους και κοσμος πηγαινοερχοταν βιαστικα με ομπρελες. Ημουν ομως ασφαλης, ή ετσι νομιζα.Σηκωθηκα απο το μπλε μου μαξιλαρι και κορδοθηκα. Εδιωξα μεχρι και την τελευταια σπιθαμη νυστας απο μεσα μου και πορευτηκα για το μπολακι μου με το φαι, γουργουριζοντας.
   Το επομενο πραγμα που θυμαμαι ειναι η κρυα αισθηση του δρομου. Οι παγωμενες μου πατουσες και η βρεγμενη μου ουρα. Τις θολες -απο το εντονο κουνημα του κεφαλιου μου- φιγουρες. Ολοι ειχαν καπου να πανε. Οχι ομως εγω. Οχι ομως εγω, πια. Σταθηκα χαμενος. Νιαουριζα δυνατα, καθως βηματιζα σχηματιζοντας ζικ-ζακ στην προσπαθεια μου να μην βραχω περεταιρω. Μια αστραπη και μια λαμψη ηταν αρκετη για να με κανει να χασω καθε ιχνος μαγκιας και να χωθω τρομαγμενος σε μια μουσκεμενη κουτα στο τελος του δρομου. Καπου εκει, αναμεσα στην τριακοστη εβδομη αστραπη, με πηρε ο υπνος.
   Κοιμηθηκα για μερες, καλυτερα μηνες. Ανοιξα τα ματια και τιποτα δεν εμοιαζε το ιδιο. Απο την γουνα μου, που απο μαυρη ειχε πλεον γινει γκρι, μεχρι το λουρακι μου που πλεον βρισκοταν στο πατωμα χιλιοπατημενο και ξεχαρβαλωμενο. Παραδοξως, ομως, δεν με πειραζε. Κουνησα δειλα την πατουσα μου πανω στο πεζοδρομιο. Κρυο και υγρασια διαπερασε την σπονδυλικη μου στηλη και τις επτα ζωες μου. Ειχα ξεχασει πως ηταν η αισθηση. Η αισθηση να μην φοβασε να λερωθεις- που και που να το επιδιωκεις κιολας. Το πως ειναι να ανεβαινεις στα δεντρα και να αγναντευεις τις πατημενες τσιχλες. Και πανω απο ολα το να  μιλας σε αλλες γατες.Ελευθερια, σχηματισαν τα μουστακια μου καθως επινα νερο απο μια λακουβα του δρομου.

Tuesday, 4 December 2012

Ωραιος, νεος και ατυχης.

 Ηταν αυτο που λεμε, "περιεργος" ανθρωπος. Απλος μεσα στην πολυπλοκοτητα του. Ενα κραμα χαρας και περισσευουμενης λυπης.Τρανταζε τα σωθικα του και προκαλουσε τον εαυτο του. Υιοθετημενη η πορεια του στην αυτο καταστροφη.
    Ελεγε πολλα και ενιωθε αλλα τοσα. Οσα "σαγαπω" ειπε στη ζωη του τον στοιχειωναν σιωπηλα. Εσταζε συναισθηματα σε μια λιμνη απο αναμνησεις. Αιωνιος σκοπος του η συλλογη αναμνησεων. Δυσκολο πραγμα.
   Του αρεσε να κοιταζει τα φωτα της πολης. Να ακουει μουσικη και να καπνιζει. Να μεθαει και να παραπαταει. Φοραγε μακρυα κασκολ και αρβιλια.Επινε τον καφε του, μετριο με παραπανω ζαχαρη και τον επιανε αμοκ με οτιδηποτε σκοτεινο και αποκοσμο.
   Ηταν ο ανθρωπος των αλλων. Βασανιζοταν οταν βρισκοταν αντιμετωπος με τον εαυτο του. Αγριευε καθε φορα που κοιταζε το ειδωλο του στον καθρεπτη. Χρειαζοταν επιβεβαιωση πιο πολυ απο οτι χρειαζοταν να αναπνεει.Τρομαζε μπροστα στα ματια του κοσμου, αλλα δεν νοιαζοταν κιολας.
  Ισορροπουσε καπου αναμεσα στο μελλον και το χθες. Το παρον του επερνε αξια μονο οταν ηταν,πλεον, παρελθον. Εκει το εχανε. Κουρασμενος απο τον διαρκη του αγωνα να εκπληξει τον εαυτο του. Κουρασμενος απο οσα δεν καταφερε ποτε να κανει κι ομως τον ακολουθουσαν παντου.
   Μαγευοταν απο μικρα, ασημαντα. Τα ξεχναγε γρηγηορα, ομως. Ανθρωπος κακος με τον εαυτο του. Ο αυστηροτερος κριτης. Αποστολεας αλληλογραφιας χωρις παραληπτη. Αχορταγος. Ποτε τιποτα δεν του εφτανε και ετσι εχανε την ουσια. Εκει το χανε, ξανα.
   Οραματιζοταν τον εαυτο του ξανα,νεο. Καθως καθοταν στην πολυθρονα του και κοιταζε εξω απο το παραθυρο λογαριαζε ποσα ειχε κανει στη ζωη του. Ποσα εχασε, ποσε βρηκε και ποσα ξεχασε. Πολλα. Ολες του οι στιγμες, περασαν μπροστα απο τα ματια του. Αν μπορουσε θα πεθαινε εδω. Με τα ματια κλειστα και το μυαλο του θολωμενο με αναμνησεις. Διπλα σε ενα μισοαδειο ποτηρι  κοκκινο κρασι. Μονος.
    Αυτο φοβοταν πιο πολυ απο ολα στη ζωη του, τη μοναξια. Πεισμα του, να αντιμετωπισει για τελευταια φορα τον φοβο του. Να τον αντιμετωπισει ή να τον παρει, απλα , μαζι του.
    Οι τεσσερεις μηνες του ειχαν φανει πολυ. Εξαλλου δεν ειχε αφησει ανοικτους λογαριασμους. Μονο με τον εαυτο του. Οι ανθρωποι ειχαν εν τελει γινει απλα σκιες. Σκιες που καποτε δινοταν για αυτες.Ετρεμε.
    Ετρεμε στην ιδεα του θανατου. Πως θα κλεινε τα ματια για τελευταια φορα. Πως οταν τα ανοιγε ξανα να βρισκοταν σε ενα μερος, διαφορετικο. Αγνωστο και συναμα οικειο. Το μονο που τον  εκανε ευτυχισμενο ειναι πως επιτελους αφησε πισω τον εαυτο του. Τον αιωνιο αντιπαλο. Το προσωπο στο οποιο ειχε απολογηθει τοσες φορες. Εναν αδερφο που ποτε δεν αγαπησε.
   Ενα κορμι που μαρτυραει κακουχιες και απωλειες. Δακρυα και πονο. Γελια και ονειρα. Αναμνησεις.
Σηκωθηκε για να χορεψει για τελευταια φορα. Εκλεισε τα ματια και γευτηκε τη θαλασσα. Στρυφογυρισε με τα χερια του να αγκαλιαζουν τον εαυτο του, στερνη του προσπαθεια για συγχωρεση. Εριξε κλεφτες ματιες στα καδρα, τις φωτογραφιες, τις μυρωδιες, τη ζωη του. Χαμογελασε σαν νικητης. Ηπιε μια γουλια κρασι , μια γουλια σαν να τελειωναν ολα εκει.Ξαπλωσε στην πολυθρονα του  και ενω κοιταζε τον ουρανο, φωναξε με οση δυναμη του ειχε απομεινει: " Ευχαριστω.."

Δεν τον ειδε ξανα κανεις. Καποιοι φανταστηκαν πως τον ειδαν να περπαταει στην αυλη του. Αλλοι πως διαβαζε ενα βιβλιο σε μια καρεκλα στην βεραντα. Αλλοι πως τριγυρναγε χαμενος στα σοκακια της Αθηνας. Τον ειδαν πολλοι. Δεν τον ενιωσε κανενας.