Η Μελανυ ηταν πια νεκρη. Λογικη συνεπεια αν σκεφτεις πως φλερταρε με τον θανατο. Εκλεισε τα ματια της και ενωθηκε με το συμπαν.
Η Μελανυ ηταν μια κοπελα λιγο παραπανω απο εικοσι χρονων. Ειχε ξανθια μακρια μαλλια - σε αντιθεση με το ονομα της, που παντα της θυμιζε μαυρα, κορακι μαλλια - και ηταν τρελη. Ζουσε ανατολικα του Λονδινου σε μια υγρη πολυκατοικια χωρις κατοικους. Εκτος απο εκεινη. Αργοτερα και χωρις εκεινη. Ζουσε στον δευτερο οροφο και ανεβαινε παντα με τις σκαλες. Οχι απο πεποιθηση, απο ελπιδα. Μηπως μια μερα γλιστρισει και σπασει το σβερκο της. Τον σπασει και πεθανει. Ειχε μια μαυρη γατα,ημιτυφλη και ασθενικη. Ηταν αλλεργικη στις γατες, και προσευχοταν καθημερινα να παθει ενα αλλεργικο σοκ. Ενα αλλεργικο σοκ και να πεθανει. Ειχε και ενα χρυσοψαρο. Νεκρο.
Δεν ενιωθε οτι ζουσε. Ενιωθε πως χανοταν μεσα στο χρονο. Πως μια μερα θα πεθανει απο την ανοια και την βαρεμαρα. Πως οι τοιχοι του μουχλιασμενου δωματιου της θα πεσουν να την πλακωσουν. Κοπελα γεματη ονειρα. Ομως τα ονειρα, ελεγε, δεν βγαινουν ποτε αληθινα. Αλλες μερες ευχοταν να πεθανει στον υπνο της. Να κλεισει τα ματια και να μην ξυπνησει ποτε. Ηρεμος θανατος. Μη αναστρεψιμος. Για αυτο το λογο κοιμοταν πολυ. Πιο πολυ απο το μεσο ανθρωπο. Αλλες παλι ηλπιζε στο να την δολοφονισουν. Συνηθιζε να επιδεικνυει ερριστικα τα κοσμηματα της καθως περνουσε μεσα απο σκοτεινα δρομακια. Μιλουσε με μεθυσμενους και αστεγους. Τους ερεθιζε και τους προκαλουσε. Κανεις ομως δεν τολμουσε. Αθελα της γεμιζε τα ματια της με αμφιβολια. Αμφιβολια για κατι που απο καιρο ειχε υιοθετησει. Τον θανατο.
Αυτο το καθ'ολα χαρουμενο κοριτσι ηταν αρκετα φυσιολογικο. Ειχε πεντε δαχτυλα σε καθε χερι και ποδι, ειχε δυο ματια και ειχε και μυτη. Ειχε ομως κατι παραξενο ενα πολυ μακρυ λαιμο. Σιχαινοταν ολα τα χρωματα, εκτος απο το γκρι το μαυρο και το κοκκινο. Πιο πολυ απο ολα σιχαινοταν το κιτρινο και οτι ειχε να κανει με αυτο το χρωμα. Σιχαινοταν τις παπιες- αν και δεν ειχε δει ποτε, καμια κιτρινη παπια- το τυρι και πανω απο ολα τις μπανανες. Κυριως τις μπανανες.
Οικογενεια δεν ειχε πια. Ο πατερας της ηταν διαβητικος και πλεον νεκρος. Η μανα της ειχε φυματιωση και ηταν πλεον νεκρη.Η Μελανυ δεν πιστευε στην κληρονομικοτητα. Ηταν,ελεγε, μια μεγαλη μπουρδα. Αν ισχυε, θα ταν ηδη νεκρη και εκεινη. Θα ειχε πεθανει απο ζαχαρο. 'Η απο φυματιωση. 'Η μια νεα ασθενεια, τη ζαχαρωδη φυματιωση. Οπως μπουρδες φωναζε καθε φορα που εβλεπε γαμους ή βαπτισια. Η εννοια της ζωης αγνωστη για εκεινη. Καλυτερα, αχρηστη.
Απ' οσο θυμοταν τον εαυτο της ηθελε να πεθανει. Ακομη και οταν γεννηθηκε πηγε να αυτοστραγγαλιστει με τον ομφαλιο λωρο της. Ηταν ομως πολυ αδυναμη για να το αποτρεψει. Αλλη φορα, σκεφτηκε. Η αλλη φορα δεν αργησε να ερθει, Στη δευτερα δημοτικου εφαγε 14 κηρομπογιες. Ολα τα χρωματα εκτος απο το κιτρινο. Ομως και παλι την εσωσαν. Τι εννοεις ειναι μη τοξικες οι κηρομπογιες; και τι εννοεις με "σωσατε";. Ακομη και τωρα, στην ηλικια των λιγο παραπανω απο εικοσι, δεν καταλαβαινε. Το ιδιο ακολουθησε με τις πλαστελινες στην τριτη και με τις νερομπογιες στην τεταρτη. Ματαια.
Οταν πηγε γυμνασιο πεθανε πρωτη φορα. Ειδε το αγορι των ονειρων της, τον Αλεξ Κολλινς- που αργοτερα, φημολογειται, πως το κανε Φριγουει- να φιλαει αλλη κοπελα. Πονεσε τοσο που ενιωσε την καρδια της να σπαει. Μεταφορικα. Της αρεσε τοσο η αισθηση που ηθελε να το παθει. Κυριολεκτικα. Τι ανοητη! Οι καρδιες δεν σπανε, σκεφτηκε. Μονο ο λαιμος και η σπονδυλικη στηλη. Γεμισε ελπιδα.
Ολη της τη ζωη σχεδιαζε τον θανατο της,. Το ποτε και το που. Τι θα γραφε στον ταφο της- "Τωρα,ΖΩ." μεχρι τι θα φοραγε. Σιγουρα κατι κοκκινο και γκρι. Σιγουρα οχι κιτρινο.Και σιγουρα θα χε μαυρα μαλλια.
Καπως ετσι:
Ηταν οτι ζητουσε πιο πολυ απ ολα στη ζωη της. Ποτε δεν ειχε το κουραγιο να το κανει. Να αυτοκτονησει. Εξαλλου δεν της αρεσε η λεξη "αυτο". Παντα χρησιμοποιουσε τη λεξη "εκεινο". Εκεινοχειρας δεν υπαρχει. Νευριαζε. Νευριαζε που επρεπε να στηριχτει σε αλλους. Σε αλλους ανθρωπους. Ποτε δεν τους καταλαβε. Γιατι κανεις δεν χαζευε τα νεκρα περιστερια στο δρομο, οπως εκεινη; . Γιατι κανεις δεν φωτογραφιζε πατημενα ποντικια στις ακρες του δρομου σαν εκεινη; . Περιεργοι ανθρωποι. Απροσαρμοστοι. Μα πανω απο ολα , που κανεις δεν την αγαπησε αρκετα ωστε να την βοηθησει να πραγματοποιησει το μεγαλο της ονειρο. Να πεθανει. Εχασε πλεον καθε πιστη για την αγαπη.
Αυτο δεν κρατησε πολυ. Ισως να φταιει που ειχε μαζεψει τη χτικιαρα γατα της απο το δρομο. Ισως που δεν χαλαγε ποτε ρευμα με το να ανεβαινει με τα σκαλια. Ισως βοηθησε η θεα φυση ή κατι τετοιο, αλλα εγινε.
Ηταν βραδυ και αποφασισε να ξαναπροσπαθησει. Εβαλε οτι πιο προκλητικο ειχε σε χρυσαφικο και κατεβηκε ατσουμπαλα τις σκαλες για να σεργιανισει στους δρομους. Αυτους με την υψηλη εγκληματικοτητα. Αποφασισμενη γυρνουσε στους δρομους και εκανε την ημιλυποθημη. Μηπως κανας συνανθρωπος τη λυπηθει και την σκοτωσει. Σε μια προσπαθεια μαλιστα , σε ενα στενο αναμεσα στο στεκι ενος μεθυσου και ενος τυφλου γερου, το πιστεψε τοσο πολυ που γλιστρισε και σωριαστηκε. Αυτα τα δευτερολεπτα που περασαν μεχρι να σκασει στο πατωμα ηταν ανυποφορα. Εμοιαζαν αιωνες. Το μονο πραγματα που μπορεσε να δει, ηταν η αιτια του θανατου της. Μια πατημενη μπανανοφλουδα Ακουσε ενα εκκωφαντικο "κρακ" και μετα τιποτα. Ανοιξε τα ματια της και ειδε κοσμο. Κοσμο να την περιτριγυριζει και να την κοιτα με φρικη. Κοσμο να την ληστευει και να γινεται καπνος. Γατες να γευονται τα υπολειμματα μπανανας στα τακουνια της και εναν νεαρο να την πλησιαζει. Εναν νεαρο ομορφο,με ματια μελαγχολικα. Της αρπαξε το χερι και την αγκαλιασε σφιχτα. Καθως αφηνοταν στον ηχο που εκανε το ονομα του ξενου, ενιωσε για μια στιγμη τι παει να πει αγαπη. Με λενε Θανατο, της ειπε....
Thursday, 20 December 2012
Friday, 14 December 2012
Ο τελευταιος μαυρος γατος.
Μεχρι τα τεσσερα μου,ημουν ενας γατος. Γατος αδεσποτος, σχεδον μονος. Δυο σχισμες για ματια, χρωμα μαυρο. Αλλοτε γκρι και καμια φορα, κοκκινωπο. Κυριως ομως μαυρο.
Περναγα τις μερες μου περπατωντας. Προσεχοντας τα πιο ασημαντα πραγματα. Πατημενα καπακια, πεταμενα κουτια- βελονες στα αχυρα που μονο εγω εβλεπα. Παραξενο πραγμα.
Τρεφομουν με στιγμες και ανθρωπους. Αλλων γατων, αδεσποτες και μη. Γατες χαρουμενες, προβληματισμενες και προβληματικες. Ευτυχισμενος με το παραμικρο, ενθουσιασμενος με το τιποτα. Κουρνιαζα σε κουρελια και παρακαλουσα τους αγνωστους για ενα χαδι. Γουργουριζα εριστικα και επειθα τον εαυτο μου πως ημουν ελευθερος.
Ολα αυτα, μεχρι τα τεσσερα μου. Στα πεντε μου, φορεσα λουρι. Ενα κοκκινο, φανταχτερο με ενα κουδουνακι στη μεση. Κουδουνακι, για να φαινεται πως καπου ανηκω. Μαρκαρισμενος. Μεσα στη εικονικη μου ελευθερια, εμοιαζα καλα. Ξαπλωνα ακομα σε ταρατσες και αγναντευα τον ουρανο αλλα παντα με μετρο. Δεν επαιζα στις λασπες για να μην λερωθω, δεν ετρωγα σκουπιδια για να μην αρρωστισω. Δεν μιλαγα με αλλες γατες πια, ηταν βλεπετε φορεις μικροβιων. Επαψα πια να βλεπω καρφιτσες. Για τα αχυρα δε, ουτε λογος.
Μια απο αυτες τις μερες που περπατουσα μεσα στα ονειρα μου, επιασε μια πολυ δυνατη βροχη. Τα παντα ετρεμαν και χοντρες σταγονες βροχης χτυπουσαν το τζαμι. Σκουπιδια κυλουσαν μεσα σε ρυακια στους δρομους και κοσμος πηγαινοερχοταν βιαστικα με ομπρελες. Ημουν ομως ασφαλης, ή ετσι νομιζα.Σηκωθηκα απο το μπλε μου μαξιλαρι και κορδοθηκα. Εδιωξα μεχρι και την τελευταια σπιθαμη νυστας απο μεσα μου και πορευτηκα για το μπολακι μου με το φαι, γουργουριζοντας.
Το επομενο πραγμα που θυμαμαι ειναι η κρυα αισθηση του δρομου. Οι παγωμενες μου πατουσες και η βρεγμενη μου ουρα. Τις θολες -απο το εντονο κουνημα του κεφαλιου μου- φιγουρες. Ολοι ειχαν καπου να πανε. Οχι ομως εγω. Οχι ομως εγω, πια. Σταθηκα χαμενος. Νιαουριζα δυνατα, καθως βηματιζα σχηματιζοντας ζικ-ζακ στην προσπαθεια μου να μην βραχω περεταιρω. Μια αστραπη και μια λαμψη ηταν αρκετη για να με κανει να χασω καθε ιχνος μαγκιας και να χωθω τρομαγμενος σε μια μουσκεμενη κουτα στο τελος του δρομου. Καπου εκει, αναμεσα στην τριακοστη εβδομη αστραπη, με πηρε ο υπνος.
Κοιμηθηκα για μερες, καλυτερα μηνες. Ανοιξα τα ματια και τιποτα δεν εμοιαζε το ιδιο. Απο την γουνα μου, που απο μαυρη ειχε πλεον γινει γκρι, μεχρι το λουρακι μου που πλεον βρισκοταν στο πατωμα χιλιοπατημενο και ξεχαρβαλωμενο. Παραδοξως, ομως, δεν με πειραζε. Κουνησα δειλα την πατουσα μου πανω στο πεζοδρομιο. Κρυο και υγρασια διαπερασε την σπονδυλικη μου στηλη και τις επτα ζωες μου. Ειχα ξεχασει πως ηταν η αισθηση. Η αισθηση να μην φοβασε να λερωθεις- που και που να το επιδιωκεις κιολας. Το πως ειναι να ανεβαινεις στα δεντρα και να αγναντευεις τις πατημενες τσιχλες. Και πανω απο ολα το να μιλας σε αλλες γατες.Ελευθερια, σχηματισαν τα μουστακια μου καθως επινα νερο απο μια λακουβα του δρομου.
Περναγα τις μερες μου περπατωντας. Προσεχοντας τα πιο ασημαντα πραγματα. Πατημενα καπακια, πεταμενα κουτια- βελονες στα αχυρα που μονο εγω εβλεπα. Παραξενο πραγμα.
Τρεφομουν με στιγμες και ανθρωπους. Αλλων γατων, αδεσποτες και μη. Γατες χαρουμενες, προβληματισμενες και προβληματικες. Ευτυχισμενος με το παραμικρο, ενθουσιασμενος με το τιποτα. Κουρνιαζα σε κουρελια και παρακαλουσα τους αγνωστους για ενα χαδι. Γουργουριζα εριστικα και επειθα τον εαυτο μου πως ημουν ελευθερος.
Ολα αυτα, μεχρι τα τεσσερα μου. Στα πεντε μου, φορεσα λουρι. Ενα κοκκινο, φανταχτερο με ενα κουδουνακι στη μεση. Κουδουνακι, για να φαινεται πως καπου ανηκω. Μαρκαρισμενος. Μεσα στη εικονικη μου ελευθερια, εμοιαζα καλα. Ξαπλωνα ακομα σε ταρατσες και αγναντευα τον ουρανο αλλα παντα με μετρο. Δεν επαιζα στις λασπες για να μην λερωθω, δεν ετρωγα σκουπιδια για να μην αρρωστισω. Δεν μιλαγα με αλλες γατες πια, ηταν βλεπετε φορεις μικροβιων. Επαψα πια να βλεπω καρφιτσες. Για τα αχυρα δε, ουτε λογος.
Μια απο αυτες τις μερες που περπατουσα μεσα στα ονειρα μου, επιασε μια πολυ δυνατη βροχη. Τα παντα ετρεμαν και χοντρες σταγονες βροχης χτυπουσαν το τζαμι. Σκουπιδια κυλουσαν μεσα σε ρυακια στους δρομους και κοσμος πηγαινοερχοταν βιαστικα με ομπρελες. Ημουν ομως ασφαλης, ή ετσι νομιζα.Σηκωθηκα απο το μπλε μου μαξιλαρι και κορδοθηκα. Εδιωξα μεχρι και την τελευταια σπιθαμη νυστας απο μεσα μου και πορευτηκα για το μπολακι μου με το φαι, γουργουριζοντας.
Το επομενο πραγμα που θυμαμαι ειναι η κρυα αισθηση του δρομου. Οι παγωμενες μου πατουσες και η βρεγμενη μου ουρα. Τις θολες -απο το εντονο κουνημα του κεφαλιου μου- φιγουρες. Ολοι ειχαν καπου να πανε. Οχι ομως εγω. Οχι ομως εγω, πια. Σταθηκα χαμενος. Νιαουριζα δυνατα, καθως βηματιζα σχηματιζοντας ζικ-ζακ στην προσπαθεια μου να μην βραχω περεταιρω. Μια αστραπη και μια λαμψη ηταν αρκετη για να με κανει να χασω καθε ιχνος μαγκιας και να χωθω τρομαγμενος σε μια μουσκεμενη κουτα στο τελος του δρομου. Καπου εκει, αναμεσα στην τριακοστη εβδομη αστραπη, με πηρε ο υπνος.
Κοιμηθηκα για μερες, καλυτερα μηνες. Ανοιξα τα ματια και τιποτα δεν εμοιαζε το ιδιο. Απο την γουνα μου, που απο μαυρη ειχε πλεον γινει γκρι, μεχρι το λουρακι μου που πλεον βρισκοταν στο πατωμα χιλιοπατημενο και ξεχαρβαλωμενο. Παραδοξως, ομως, δεν με πειραζε. Κουνησα δειλα την πατουσα μου πανω στο πεζοδρομιο. Κρυο και υγρασια διαπερασε την σπονδυλικη μου στηλη και τις επτα ζωες μου. Ειχα ξεχασει πως ηταν η αισθηση. Η αισθηση να μην φοβασε να λερωθεις- που και που να το επιδιωκεις κιολας. Το πως ειναι να ανεβαινεις στα δεντρα και να αγναντευεις τις πατημενες τσιχλες. Και πανω απο ολα το να μιλας σε αλλες γατες.Ελευθερια, σχηματισαν τα μουστακια μου καθως επινα νερο απο μια λακουβα του δρομου.
Tuesday, 4 December 2012
Ωραιος, νεος και ατυχης.
Ηταν αυτο που λεμε, "περιεργος" ανθρωπος. Απλος μεσα στην πολυπλοκοτητα του. Ενα κραμα χαρας και περισσευουμενης λυπης.Τρανταζε τα σωθικα του και προκαλουσε τον εαυτο του. Υιοθετημενη η πορεια του στην αυτο καταστροφη.
Ελεγε πολλα και ενιωθε αλλα τοσα. Οσα "σαγαπω" ειπε στη ζωη του τον στοιχειωναν σιωπηλα. Εσταζε συναισθηματα σε μια λιμνη απο αναμνησεις. Αιωνιος σκοπος του η συλλογη αναμνησεων. Δυσκολο πραγμα.
Του αρεσε να κοιταζει τα φωτα της πολης. Να ακουει μουσικη και να καπνιζει. Να μεθαει και να παραπαταει. Φοραγε μακρυα κασκολ και αρβιλια.Επινε τον καφε του, μετριο με παραπανω ζαχαρη και τον επιανε αμοκ με οτιδηποτε σκοτεινο και αποκοσμο.
Ηταν ο ανθρωπος των αλλων. Βασανιζοταν οταν βρισκοταν αντιμετωπος με τον εαυτο του. Αγριευε καθε φορα που κοιταζε το ειδωλο του στον καθρεπτη. Χρειαζοταν επιβεβαιωση πιο πολυ απο οτι χρειαζοταν να αναπνεει.Τρομαζε μπροστα στα ματια του κοσμου, αλλα δεν νοιαζοταν κιολας.
Ισορροπουσε καπου αναμεσα στο μελλον και το χθες. Το παρον του επερνε αξια μονο οταν ηταν,πλεον, παρελθον. Εκει το εχανε. Κουρασμενος απο τον διαρκη του αγωνα να εκπληξει τον εαυτο του. Κουρασμενος απο οσα δεν καταφερε ποτε να κανει κι ομως τον ακολουθουσαν παντου.
Μαγευοταν απο μικρα, ασημαντα. Τα ξεχναγε γρηγηορα, ομως. Ανθρωπος κακος με τον εαυτο του. Ο αυστηροτερος κριτης. Αποστολεας αλληλογραφιας χωρις παραληπτη. Αχορταγος. Ποτε τιποτα δεν του εφτανε και ετσι εχανε την ουσια. Εκει το χανε, ξανα.
Οραματιζοταν τον εαυτο του ξανα,νεο. Καθως καθοταν στην πολυθρονα του και κοιταζε εξω απο το παραθυρο λογαριαζε ποσα ειχε κανει στη ζωη του. Ποσα εχασε, ποσε βρηκε και ποσα ξεχασε. Πολλα. Ολες του οι στιγμες, περασαν μπροστα απο τα ματια του. Αν μπορουσε θα πεθαινε εδω. Με τα ματια κλειστα και το μυαλο του θολωμενο με αναμνησεις. Διπλα σε ενα μισοαδειο ποτηρι κοκκινο κρασι. Μονος.
Αυτο φοβοταν πιο πολυ απο ολα στη ζωη του, τη μοναξια. Πεισμα του, να αντιμετωπισει για τελευταια φορα τον φοβο του. Να τον αντιμετωπισει ή να τον παρει, απλα , μαζι του.
Οι τεσσερεις μηνες του ειχαν φανει πολυ. Εξαλλου δεν ειχε αφησει ανοικτους λογαριασμους. Μονο με τον εαυτο του. Οι ανθρωποι ειχαν εν τελει γινει απλα σκιες. Σκιες που καποτε δινοταν για αυτες.Ετρεμε.
Ετρεμε στην ιδεα του θανατου. Πως θα κλεινε τα ματια για τελευταια φορα. Πως οταν τα ανοιγε ξανα να βρισκοταν σε ενα μερος, διαφορετικο. Αγνωστο και συναμα οικειο. Το μονο που τον εκανε ευτυχισμενο ειναι πως επιτελους αφησε πισω τον εαυτο του. Τον αιωνιο αντιπαλο. Το προσωπο στο οποιο ειχε απολογηθει τοσες φορες. Εναν αδερφο που ποτε δεν αγαπησε.
Ενα κορμι που μαρτυραει κακουχιες και απωλειες. Δακρυα και πονο. Γελια και ονειρα. Αναμνησεις.
Σηκωθηκε για να χορεψει για τελευταια φορα. Εκλεισε τα ματια και γευτηκε τη θαλασσα. Στρυφογυρισε με τα χερια του να αγκαλιαζουν τον εαυτο του, στερνη του προσπαθεια για συγχωρεση. Εριξε κλεφτες ματιες στα καδρα, τις φωτογραφιες, τις μυρωδιες, τη ζωη του. Χαμογελασε σαν νικητης. Ηπιε μια γουλια κρασι , μια γουλια σαν να τελειωναν ολα εκει.Ξαπλωσε στην πολυθρονα του και ενω κοιταζε τον ουρανο, φωναξε με οση δυναμη του ειχε απομεινει: " Ευχαριστω.."
Δεν τον ειδε ξανα κανεις. Καποιοι φανταστηκαν πως τον ειδαν να περπαταει στην αυλη του. Αλλοι πως διαβαζε ενα βιβλιο σε μια καρεκλα στην βεραντα. Αλλοι πως τριγυρναγε χαμενος στα σοκακια της Αθηνας. Τον ειδαν πολλοι. Δεν τον ενιωσε κανενας.
Ελεγε πολλα και ενιωθε αλλα τοσα. Οσα "σαγαπω" ειπε στη ζωη του τον στοιχειωναν σιωπηλα. Εσταζε συναισθηματα σε μια λιμνη απο αναμνησεις. Αιωνιος σκοπος του η συλλογη αναμνησεων. Δυσκολο πραγμα.
Του αρεσε να κοιταζει τα φωτα της πολης. Να ακουει μουσικη και να καπνιζει. Να μεθαει και να παραπαταει. Φοραγε μακρυα κασκολ και αρβιλια.Επινε τον καφε του, μετριο με παραπανω ζαχαρη και τον επιανε αμοκ με οτιδηποτε σκοτεινο και αποκοσμο.
Ηταν ο ανθρωπος των αλλων. Βασανιζοταν οταν βρισκοταν αντιμετωπος με τον εαυτο του. Αγριευε καθε φορα που κοιταζε το ειδωλο του στον καθρεπτη. Χρειαζοταν επιβεβαιωση πιο πολυ απο οτι χρειαζοταν να αναπνεει.Τρομαζε μπροστα στα ματια του κοσμου, αλλα δεν νοιαζοταν κιολας.
Ισορροπουσε καπου αναμεσα στο μελλον και το χθες. Το παρον του επερνε αξια μονο οταν ηταν,πλεον, παρελθον. Εκει το εχανε. Κουρασμενος απο τον διαρκη του αγωνα να εκπληξει τον εαυτο του. Κουρασμενος απο οσα δεν καταφερε ποτε να κανει κι ομως τον ακολουθουσαν παντου.
Μαγευοταν απο μικρα, ασημαντα. Τα ξεχναγε γρηγηορα, ομως. Ανθρωπος κακος με τον εαυτο του. Ο αυστηροτερος κριτης. Αποστολεας αλληλογραφιας χωρις παραληπτη. Αχορταγος. Ποτε τιποτα δεν του εφτανε και ετσι εχανε την ουσια. Εκει το χανε, ξανα.
Οραματιζοταν τον εαυτο του ξανα,νεο. Καθως καθοταν στην πολυθρονα του και κοιταζε εξω απο το παραθυρο λογαριαζε ποσα ειχε κανει στη ζωη του. Ποσα εχασε, ποσε βρηκε και ποσα ξεχασε. Πολλα. Ολες του οι στιγμες, περασαν μπροστα απο τα ματια του. Αν μπορουσε θα πεθαινε εδω. Με τα ματια κλειστα και το μυαλο του θολωμενο με αναμνησεις. Διπλα σε ενα μισοαδειο ποτηρι κοκκινο κρασι. Μονος.
Αυτο φοβοταν πιο πολυ απο ολα στη ζωη του, τη μοναξια. Πεισμα του, να αντιμετωπισει για τελευταια φορα τον φοβο του. Να τον αντιμετωπισει ή να τον παρει, απλα , μαζι του.
Οι τεσσερεις μηνες του ειχαν φανει πολυ. Εξαλλου δεν ειχε αφησει ανοικτους λογαριασμους. Μονο με τον εαυτο του. Οι ανθρωποι ειχαν εν τελει γινει απλα σκιες. Σκιες που καποτε δινοταν για αυτες.Ετρεμε.
Ετρεμε στην ιδεα του θανατου. Πως θα κλεινε τα ματια για τελευταια φορα. Πως οταν τα ανοιγε ξανα να βρισκοταν σε ενα μερος, διαφορετικο. Αγνωστο και συναμα οικειο. Το μονο που τον εκανε ευτυχισμενο ειναι πως επιτελους αφησε πισω τον εαυτο του. Τον αιωνιο αντιπαλο. Το προσωπο στο οποιο ειχε απολογηθει τοσες φορες. Εναν αδερφο που ποτε δεν αγαπησε.
Ενα κορμι που μαρτυραει κακουχιες και απωλειες. Δακρυα και πονο. Γελια και ονειρα. Αναμνησεις.
Σηκωθηκε για να χορεψει για τελευταια φορα. Εκλεισε τα ματια και γευτηκε τη θαλασσα. Στρυφογυρισε με τα χερια του να αγκαλιαζουν τον εαυτο του, στερνη του προσπαθεια για συγχωρεση. Εριξε κλεφτες ματιες στα καδρα, τις φωτογραφιες, τις μυρωδιες, τη ζωη του. Χαμογελασε σαν νικητης. Ηπιε μια γουλια κρασι , μια γουλια σαν να τελειωναν ολα εκει.Ξαπλωσε στην πολυθρονα του και ενω κοιταζε τον ουρανο, φωναξε με οση δυναμη του ειχε απομεινει: " Ευχαριστω.."
Δεν τον ειδε ξανα κανεις. Καποιοι φανταστηκαν πως τον ειδαν να περπαταει στην αυλη του. Αλλοι πως διαβαζε ενα βιβλιο σε μια καρεκλα στην βεραντα. Αλλοι πως τριγυρναγε χαμενος στα σοκακια της Αθηνας. Τον ειδαν πολλοι. Δεν τον ενιωσε κανενας.
Tuesday, 13 November 2012
Edgar Allan Poe
Δυστυχισμενοι θε να ναι παντα οι ανθρωποι. Μονοι και σκοτεινοι, ιδανικα πλασμενοι με αρρωστημενες αδυναμιες. Ανεξαρτητα ενεχειρα, κλειδωμενοι σε ανοιχτα κλουβια.Ολα οσα πιστευαν καταρριπτονταν απο τον ιδιο τους τον εαυτο. Μαυροι.
άκουσα ένα κρότο
σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου.
"Κανένας ξένος", σκέφτηκα "οπού χτυπά τη πόρτα, τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ' άλλο"...
Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη
και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν...
Ενας απο αυτους και εκεινος. Ταυτισμενος με οσους μισουσε. Ηθελε να διαφερει. Ματαια. Φιλοι του το ποτο και τα τσιγαρα. Η φτωχεια και ο αποχωρισμος. Κουνουσε το μαντηλι σε εικονες που εδιωχνε ο ιδιος. Πασχιζε να πονεσει.
..Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος,
γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε
η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε,
μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο...
Αιμα, τα γραπτα του. Οι εικονες του δυσπεπτες απο πολλους. Σχεδον, αηδιαστικες. Νεκρες ζωες και ξεχασμενες αναμνησεις.Οποιος τον πλησιαζε, χανοταν. Σε στιγμες μιζερες και κοκκινες. Αιμα.
Δοξαζε και πλευριζε τον θανατο. Τον ενιωθε. Ενας παλιος γνωστος. Ενα επισκεπτης που ηρθε για να μεινει. Ενας χαμενος συγγενης. Συγγενης εξ αιματος.
Μπερδευε τα ονειρα με τη ζωη. Οπτικη γωνια φιλτραρισμενη με μαυρο. Μονος απο επιλογη. Νικημενος απο τη μοιρα, χαμενος στη ζωη.
Δεν χρειαζοταν να αναπνεει. Ζουσε απο τα εργα του. Μεσα σε τασακια απο σβησμενες γοπες. Η ανασα του μυριζε αλκοολ και σηψη. Μαλλια μαυρα, ματια μαυρα. Ζωη; μαυρη.
Ανικανος να συμμορφωθει κατω απο τους κανονες, τους νομους. Αρνηση για ζωη, γλυκια αναμονη προς τον θανατο. Ενα ταξιδι με προορισμο το τελος. Ολοι χανονταν, καποτε.
Εχασε πολλα και πολλους. Κυριως το μυαλο του. Την διψα του για ζωη. Υιοθετημενος απο την απωλεια. Ξεχασμενος απο τον ηλιο.
Συχναζε σε μπαρ. Ημιφωτισμενα, τρομακτικα. Εκει αισθανοταν. Εκει εγραφε εκει ανεπνεε. Μεσα απο γραμματα. Με παραληπτες προσωπα μη υπαρκτα, εξωπραγματικα. Εγραφε. Εγραφε για τα προς το ζειν. Για να καλυψει την αχορταγη μανια του. Μανια για φημη, λεφτα, εικονες. Εικονες κοκκινες.
Αλλα δεν εγραφε για αυτους. Για ολους αυτους. Δικοπο μαχαιρι. Αφιερωθηκε στο σκοταδι, στην μοιρα. Αυτη που τον χτυπησε τοσο. Ανθρωπος δυστυχισμενος- ανθρωπος που δημιουργησε μονος του τη δυστυχια του. Ολη του η ζωη ενας δρομος προς την αυτοκαταστροφη. Φοβισμενος απο το θανατο, συμβιβασμενος στην ιδεα του.
Ηρωες του κυριως κοπελες. Λεπτες και χλωμες. Φεγγαρολουσμενες και επιρρεπεις. Χαμενες νεες. Χαμενες οπως και η αγαπη του.Η σπιθα του για ζωη.
Προσπαθουσε , αναμεσα στα ποτα και τις καταχρησεις, να βρει ενα λογο να ζησει. Να ξεδιψασει. Ολοι χανονταν ομως. Μεσα στο σκοταδι που εκεινος αποκαλουσε παθος. Μυαλο περιεργο, ανθρωπος φαντασιοπληκτος. Ονειροπολος χωρις ονειρα. Μονος του σκοπος, η ποιηση.
Προσπαθουσε , αναμεσα στα ποτα και τις καταχρησεις, να βρει ενα λογο να ζησει. Να ξεδιψασει. Ολοι χανονταν ομως. Μεσα στο σκοταδι που εκεινος αποκαλουσε παθος. Μυαλο περιεργο, ανθρωπος φαντασιοπληκτος. Ονειροπολος χωρις ονειρα. Μονος του σκοπος, η ποιηση.
κοιτα, μην γινεις σαν αυτον.
αυτον που νικηθηκε απο οσα εγραφε. Που καθε πονος του γινοτανε χαρα.
Αν ομως, ευτυχισμενος δεν ηταν αυτος, τοτε ποιος ητανε;
Αν ομως, ευτυχισμενος δεν ηταν αυτος, τοτε ποιος ητανε;
"λιγο πριν κλεισει τα ματια του κοιταξε για τελευταια φορα τον ηλιο. Για πρωτη φορα παρατηρησε ποσο κοκκινος ,ηταν. Καθως πλησιαζε στο σκοταδι ενωσε επιτελους πως καπου ανηκει. Εκλεισε τα ματια και απο το μυαλο του περασαν οι λεξεις που του σημαδεψαν τη ζωη. Θανατος, πονος, σκοταδι"
Monday, 22 October 2012
Αλεξ Φριγουει
Αν ημουν ηρωας καποιας ταινιας, δεν θα ειχα ονομα. Θα ειχα καποιο παρατσουκλι. Οπως ο 27 (λογω ημερομηνιας γεννησεως) η ο συνδετηρας (φονικο μου οπλο ενας συνδετηρας, που καρφωνα στην καροτιδα των "κακων" και πεθαιναν σερνομενοι στα πατωματα ζητωντας βοηθεια και βλασφημω
ντας). Ισως ο "ηρεμος" (ειρωνικο, καθως δεν διακρινομαι απο αυτη τη λεξη), ή ακομη και ο "ισκιος" καθως θα εκανα ελιγμους πισω απο τον αντιπαλο και θα τον στραγγαλιζα. Σιγουρα δεν θα χα καποιο κοινοτυπο ονομα. Αν ομως ειχα θα με λεγανε Αλεξ Φριγουει (αγγλοσαξονικα Alex Freeway).
ντας). Ισως ο "ηρεμος" (ειρωνικο, καθως δεν διακρινομαι απο αυτη τη λεξη), ή ακομη και ο "ισκιος" καθως θα εκανα ελιγμους πισω απο τον αντιπαλο και θα τον στραγγαλιζα. Σιγουρα δεν θα χα καποιο κοινοτυπο ονομα. Αν ομως ειχα θα με λεγανε Αλεξ Φριγουει (αγγλοσαξονικα Alex Freeway).
Θα μουν γυρω στα 25, χαμενος. Δεν θα χα δουλεια-καθως πρεπει, τουλαχιστον. Θα ζουσα σε μια τρωγλη, ενα καταγωγι και θα καπνιζα ολη μερα. Θα ακουγα μουσικη στη διαπασων και θα χορευα το ''You Never Can Tell'' του Chuck Berry. Θα μου αρκουσαν απλα πραγματα, οπως να ποτιζω το ενα και μοναδικο λουλουδι μου και να μιλαω στον καφε και στο τσιγαρο μου. Εξαλλου ποιος χρειαζεται φιλους; Ολοι καποια στιγμη φευγουν. Οχι σαν τον καφε ή τα τσιγαρα. Οπως τα τρενα και τα αμαξια. Θα αγναντευα απ το παραθυρο του σπιτιου μου και θα χαζευα τις αδεσποτες γατες. Μια απο αυτες, μια ασπρομαυρη, θα την λεγανε Φεριγκατο. Θα ακουγα και Presley. Πολυ Presley. Και Beatles, μην ξεχνας τους Beatles.
Καπου αναμεσα στο "A Hard's Day Night'' και στο ''Yellow Submarine'' θα εκανα ενα διαλειμμα για να αλλαξω θεση στα επιπλα. Θα το εκανα αυτο αν ημουν ηρωας ταινιας. 'Η βιβλιου. Θα μετακινουσα το βιντατζ τραπεζακι, τον κοκκινο καναπε και το φυστικι λαμπατερ δεξιοστροφα. Ενιοτε και αριστεροστροφα, αναλογα με τις ορεξεις μου. Θα χα και εναν κουμπαρα. Γουρουνακι. Σπασμενο, καθως δεν θα χα υπομονη να περιμενω να γεμισει πριν τον σπασω. Εξαλλου, χρειαζομαι λεφτα για την βενζινη της βεσπας μου. Θα ηταν μια κοκκινη GS 50αρα( ποτε δεν ειχα λεφτα για κανονικο διπλωμα και το φυτο μου παντα με κοροιδευε) και θα χα ενα κρανος με την Αγγλικη σημαια (Union Jack!). Θα εσκιζα τους δρομους και θα ενιωθα πως πεταω. Θα φοραγα και φαρδια κασκολ.Και γυαλια.
Ετσι οπως θα εμοιαζα σαν να εχω ξεπηδηξει απο γαλλικη ταινια, θα εβριζα τους ταξιτζιδες, τις γατες-οχι τον Φεριγκατο- τα σκυλια, τις γριες, τα παιδακια, τα αμαξια. Εξαλλου ετσι κανουν οι καλοι οδηγοι! Θα παιζα και ξυλο για την τιμη των οπλων του να σε ηρωας βιβλου. 'Η ταινιας. Θα σφυριζα σε κοπελιτσες και θα τους εκλεινα το ματι καθως θα τραγουδουσα "She is a lady...'' του Tom Jones. Αλλα καμια δεν θα ανεβαινε στη βεσπα μου. Δεν ειμαι εγω o Gregory Peck στο Roman Holiday. Ειμαι πιο πολυ σαν τον τυπα απο το Trainspotting. Θα μπορουσα τουλαχιστον.
Ισως να μουνα συγγραφεας. Χωρις εμπνευση και ασημος - για να εχει υποθεση η ταινια- που ψαχνει για τη μουσα του. Θα χα και χουγια. Ισως να μετραγα τις τριχες απο τις οδοντοβουρτσες 'η να περπατουσα πλαγιαστα, σαν καβουρι. Ναρκωτικα, δεν το συζητω καν. Πολυ κλισε.Cliche. Δεν θα χα ουτε κινητο. Θα εγραφα μηνυματα με κομμενα γραμματα απο εφημεριδες. Γραμματα διαφορετικα, μεγαλα, μικρα, συγχυσμενα. Θα τα διαβαζα με τις ωρες μεχρι να βεβαιωθω πως ολα ειναι ενταξει. Και μετα θα τα εσκιζα. Τιποτα δεν ειναι αρκετα καλο. Θα μουν και τελειομανης.
Θα συχναζα παντου και πουθενα. Θα επινα πολυ μπυρα και θα εκανα σαματα στα μπαρ. Για αυτο δεν με θελει καμια εκδοτικη για το βιβλιο μου. Μεταξυ μας, μια σειρα απο πασπαλισμενες με επιθετα αηδιες ειναι. Θα ταν.Θα χα και τατου. Οχι πολλα. Πεντε εξι. Μια αγκυρα, ενα ζευγαρι γυαλια, και μια ημερομηνια. 3-4-78. Τοτε γνωρισα τον Φεριγκατο. Θα μουν και μυωπας.
Μυωπας οχι σαν τον Lenon. Σαν τον Morrissey. Θα τα φοραγα για αποψη,κυριως. Η τα βραδια που θα διαβαζα βιβλια κοντα στο τζακι του σπιτιου μου. Που θα ταν τρωγλη. Οχι απο αποψη χωρου, αλλα ακαταστασιας. Θα χα και ενα χρυσοψαρο, που δεν θα το φροντιζα. Ηξερα πως δεν θα μου κρατησει κακια. Εξαλλου εχει μνημη 2 δευτερολεπτων.
Δεν ημουν παντα ετσι. Στην αρχη του μιλαγα και το φροντιζα. Ωσπου βαρεθηκα να του συστηνομαι ξανα και ξανα. Και το παρατησα. Οπως τη σχολη μου, τους φιλους μου, γενικα τη ζωη. Μου αρκουσε ενα ποτηρι φτηνο κρασι σε μια βεραντα και μουσικη. Απο Peggy Lee μεχρι Blondie και Frank Sinatra. New York New York.
Ετσι θελω να με θυμαστε,
Σαν τον ηρωα που δεν εγινα ποτε. Που μιλουσε στους καφεδες και ακουγε Manfred Mann. Που οδηγουσε βεσπα στη βροχη, και εμεινε για παντα εκει.
ΥΓ: Τα στοιχεια που αναφερθηκαν σε αυτο το ποστ ειναι φανταστικα. Οσοι με ξερουν, θα σας επιβεβαιωσουν οτι καμια τρελα δεν εχω με τις βεσπες και τους Beatles. Oτι δεν θα θελα ποτε των ποτων εναν ασπρομαυρο γατο ονοματι Φεριγκαστο και πανω απο ολα πως ουδεμια σχεση εχω με το ποτο που λεγεται μπυρα. Καληνυχτα, ο Αλεξ, εεε Σ. εννουσα.
Friday, 5 October 2012
Παράξενη Κοπέλα.
Αλφα στο τετραγωνο και βητα στο τετραγωνο ισον γαμα στο τετραγωνο. Ανιδεη απο μαθηματικα. Τετραγωνο τροπος σκεψης. Κοπελα ηρεμη, κοριτσι αναβραζων.
Μαγεια της και καταρα να ζει. Να απορροφαει και να απορριπτει. Τους κερδιζε ολους, δεν την κερδιζε κανεις. Δικαιωμα της να πονταρει λιγα. Να αρκειται στα ελαχιστα. Να περιμενει, η ιδιοτητα της. Το εκανε παντα. Το κανει και τωρα.
Υποχωρει στα σημαντικα, ταπεινωνεται και τσαλακωνεται. Αντιδρα στα μικρα. Θυμωνει για μια πιτσα. Γουσταρει τις ηβη και οχι τις φαντες. Το χαμογελο της. Τα γυαλια της. Μεσα της ενας γιγαντιος γκρεμος.
Θα τη δεις να χορευει. Να βαριεται, να αηδιαζει. Να μην την νοιαζει τιποτα. Να την νοιαζουν τα παντα. Λεπτομεριες και πληροφοριες ασχετες, ολη της η ζωη. Τα σημαντικα περνανε. Κραταει μυρωδιες. Μυρωδιες και ταινιες. Τραγουδια καταθλιψης και ενα κοριτσι που ξεχασε.
"Μην φας αλλα, θα πεθανεις και εσυ."
" Και θα με ξεχασεις."
Θα τη δεις να μεθαει. Να μην σκεφτεται και να αυτοτιμωρειται. Να καταπινει εγωισμους και να προσπαθει. Συχνα χαζευεται σε εναν καθρεπτη. Να βλεπει μονοφρυδους ανθρωπους σε συννεφα και να περπαταει στις μυτες.
Ωρες ωρες το μονο που της λειπει ειναι μια αγκαλια. Και μια τσαντα. Βυσσινη. Αλλες παλι δεν της λειπει τιποτα. Δεν χρειαζεται,τιποτα. Μυαλο τετραγωνο. Θα σε παρει απο το χερι και δεν θα σε αφησει ποτε. Αν το κανει; την αφησες πρωτος. Αλλες θα σε απογοητευσει. Μονο και μονο για να σκλαβωσει μετα.
Φοβαται να ζησει. Δεν θελει να πεθανει. Κουραζεται με το παρελθον, αλλα δεν ξεχναει. Επουλωνει.
Αν την δεις να τρεχει στο δρομο, κρυψου. Ισως ετσι σε αφησει να την δεις. Να αφηνει τα μαλλια της κατω και να χορευει στη βροχη. Αν την δεις, ξεχνα την. Αν παλι οχι, σωσ'την. Αστην να σε πλανεψει. Να σου δικαιολογηθει.
"Εγω δεν εκανα τιποτα."
" Ειναι ηδη αργα. Εκανες τα παντα."
Οταν φοραει ακουστικα , αστην. Μην την ζοριζεις. Θα ερθει εκεινη. Κοριτσι χαμενο. Παλαιο. Ενα κοριτσι Bossa Nova. Θα σε αναστησει. Στο λεω εγω. Και αν κλαψει, μην ντραπεις. Το κανει συχνα. Οταν γελαει, να ανησυχεις. Αστην να βαλει κραγιον και να πιει. Απλα ακολουθα την. Στην βροχη. Στον αερα. Ηρθε η σειρα της να σε σωσει. Αν σου αφησει το χερι, μην φοβασε. Θα ναι για να σου χαιδεψει τα μαλλια.
Οταν την κερδισεις κρατα την. Σφιχτα. Χανεται και σκεφτεται αηδιες. Ταγμενη να σε κανει να αναπνεεις. Να παραμερει τον εαυτο της. Ηρωιδα vintage τανιας. Καβαλαει vespa ενω πινει ζεστη σοκολατα. Βαφει τα νυχια της καθως ξεμεθαει. Να νιωθεις τυχερος. Αστερια. Στα ματια της. Εχει και λακακια.
Παραξενη κοπελα. Μελαγχολικη. Τσιρωτο που ηρθε για να μεινει. Μην φοβασε, εχει ηβη στην καταψυξη.
Μαγεια της και καταρα να ζει. Να απορροφαει και να απορριπτει. Τους κερδιζε ολους, δεν την κερδιζε κανεις. Δικαιωμα της να πονταρει λιγα. Να αρκειται στα ελαχιστα. Να περιμενει, η ιδιοτητα της. Το εκανε παντα. Το κανει και τωρα.
Υποχωρει στα σημαντικα, ταπεινωνεται και τσαλακωνεται. Αντιδρα στα μικρα. Θυμωνει για μια πιτσα. Γουσταρει τις ηβη και οχι τις φαντες. Το χαμογελο της. Τα γυαλια της. Μεσα της ενας γιγαντιος γκρεμος.
Θα τη δεις να χορευει. Να βαριεται, να αηδιαζει. Να μην την νοιαζει τιποτα. Να την νοιαζουν τα παντα. Λεπτομεριες και πληροφοριες ασχετες, ολη της η ζωη. Τα σημαντικα περνανε. Κραταει μυρωδιες. Μυρωδιες και ταινιες. Τραγουδια καταθλιψης και ενα κοριτσι που ξεχασε.
"Μην φας αλλα, θα πεθανεις και εσυ."
" Και θα με ξεχασεις."
Θα τη δεις να μεθαει. Να μην σκεφτεται και να αυτοτιμωρειται. Να καταπινει εγωισμους και να προσπαθει. Συχνα χαζευεται σε εναν καθρεπτη. Να βλεπει μονοφρυδους ανθρωπους σε συννεφα και να περπαταει στις μυτες.
Ωρες ωρες το μονο που της λειπει ειναι μια αγκαλια. Και μια τσαντα. Βυσσινη. Αλλες παλι δεν της λειπει τιποτα. Δεν χρειαζεται,τιποτα. Μυαλο τετραγωνο. Θα σε παρει απο το χερι και δεν θα σε αφησει ποτε. Αν το κανει; την αφησες πρωτος. Αλλες θα σε απογοητευσει. Μονο και μονο για να σκλαβωσει μετα.
Φοβαται να ζησει. Δεν θελει να πεθανει. Κουραζεται με το παρελθον, αλλα δεν ξεχναει. Επουλωνει.
Αν την δεις να τρεχει στο δρομο, κρυψου. Ισως ετσι σε αφησει να την δεις. Να αφηνει τα μαλλια της κατω και να χορευει στη βροχη. Αν την δεις, ξεχνα την. Αν παλι οχι, σωσ'την. Αστην να σε πλανεψει. Να σου δικαιολογηθει.
"Εγω δεν εκανα τιποτα."
" Ειναι ηδη αργα. Εκανες τα παντα."
Οταν φοραει ακουστικα , αστην. Μην την ζοριζεις. Θα ερθει εκεινη. Κοριτσι χαμενο. Παλαιο. Ενα κοριτσι Bossa Nova. Θα σε αναστησει. Στο λεω εγω. Και αν κλαψει, μην ντραπεις. Το κανει συχνα. Οταν γελαει, να ανησυχεις. Αστην να βαλει κραγιον και να πιει. Απλα ακολουθα την. Στην βροχη. Στον αερα. Ηρθε η σειρα της να σε σωσει. Αν σου αφησει το χερι, μην φοβασε. Θα ναι για να σου χαιδεψει τα μαλλια.
Οταν την κερδισεις κρατα την. Σφιχτα. Χανεται και σκεφτεται αηδιες. Ταγμενη να σε κανει να αναπνεεις. Να παραμερει τον εαυτο της. Ηρωιδα vintage τανιας. Καβαλαει vespa ενω πινει ζεστη σοκολατα. Βαφει τα νυχια της καθως ξεμεθαει. Να νιωθεις τυχερος. Αστερια. Στα ματια της. Εχει και λακακια.
Παραξενη κοπελα. Μελαγχολικη. Τσιρωτο που ηρθε για να μεινει. Μην φοβασε, εχει ηβη στην καταψυξη.
Wednesday, 19 September 2012
Belle Reve
Ενα ξενοδοχειο, στη μεση του πουθενα. Με τειχους ποτισμενους με ιστοριες και υγρασια. Πινακες ξεθωριασμενους, με εικονες ακαταλαβιστικες. Πορτες χαραγμενες, πατημασιες απο λασπη και σπασμενα ποτηρια. Αρωμα ξινισμενου κρασιου και μια μισοσβησμενη νεον πινακιδα. ''Belle Reve''.
Κατοικοι του, ανθρωποι δυσμορφοι, σκοτεινοι. Καθενας μια ιστορια. Ολοι μαζι μια μυστικη συνομωσια.. Κανενας δεν ηξερε κανεναν και ολοι γνωριζονταν μεταξυ τους. Σχεσεις με γνωμονα την νυχτα και την μυστικοπαθεια. Ανθρωποι που δεν πιαναν χωρο. Δεν ειχαν ιδιοκτησιες. Ολιγαρκεις και αχορταγοι. Καθενας για τον εαυτο του. Ολοι για ολους. Πορτες αμπαρωμενες, αλλες ανοιχτες. Δωματια ερμητικα κλειστα. Δωματια που σε προσκαλουν. Ποτα και τσιγαρα. Καπνος και δυσωδια. Πορνες και Αγιοι. Ολοι βρισκονταν σε αυτο το ξενοδοχειο. Κανεις δεν ανηκε σε αυτο. Ταυτοχρονα ανηκε σε ολους.
Τα χρηματα κυβερνουσαν και ταυτοχρονα χαναν την αξια τους σε αυτο το ξενοδοχειο. Belle Reve. Ολοι ηταν ισοι κατω απο την χαλασμενη του ταμπελα. Ολοι ειχαν μια εμπειρια να μοιραστουν. Αλλοι δυο και τρεις. Αλλοι δεν μιλουσαν,καν. Αποκομμενο απο τον χρονο και το σημερα. Επιλογη ανθρωπων μονων, περιεργων.
Ενας κακομοιρος γερος στο μπαρ και μια ξεπεσμενη πορνη. Θα σου μιλησουν. Σχεδον θα τους ακουσεις. Φωνες γνωριμες, σχεδον ενοχες. Προσωπα χωρις εκφρασεις. Θα σου πιαναν το χερι. Θα ταυτιζοσουν μαζι σου. Προσωπα διαφορετικα. Σκαμμενα. Αποστροφη και δεος. Τα κοκκινα μαλλια της και το αθλιο μακιγιαζ. Εισαι το καινουργιο. Δεν θα αργησεις να τους μοιασεις. Να γινεις ενας απ αυτους. Ερχεται η ωρα.
Ενα σταματημενο ρολοι στο χωλ και μια πεσμενη γλαστρα. Πακετα τσιγαρα στοιβαγμενα. Αλλα μισοαδεια, αλλα γεματα. Σαν κατι να μην τελειωσε ποτε. Ερωτες και αντιο περιφερονται στους διαδρομους. Φονοι και αδικια. Γυναικες γυμνες. Πονεμενες και ερωτικες. Θα σε πλησιασουν. Εισαι το καινουργιο. Θα σε μυρισουν. Θα κολαστουν. Θα σε σαγηνεψουν. Πορνες εξαθλιωμενες, με αναγκες και τροπους. Μην δοθεις. Ακομη.Με αιμα στα ματια. Belle Reve.
Δεν θα αργησεις να νιωσεις κομματι του. Να δεθεις με τους ενοικους. Να πεις ενα γεια. Γεια. Να χαμογελασεις ακομπλεξαριστα. Να τις ζητησεις. Να του δωσεις σημασια. Εφθασε η ωρα. Σταματιμενες ζωες. Τοτε, θα πρεπει να φυγεις. Τιποτα δικο σου δεν σου ανηκει. Αργα η γρηγορα θα στο παρουν. Φυγε οσο μπορεις. Δρομος. Δρομος απο πτωματα και σεξ. Μην τις κοιτας. Αυτες ξερουν. Μην σε μεθουν με αναμνησεις. Αχορταγες.
Ολα οσα αποστρεφεσαι θα σε ορισουν. Θα βρεις τον εαυτο σου στα γεματα τασακια και στη σιωπη. Στα σπασμενα μπουκαλια. Στις αναμνησεις. Ολα θα φανταζουν ωραια. Γνωριμα. Δεν εισαι γιια αυτα εσυ. Εσυ εισαι το καινουργιο.
Θα θες να γυρισεις. Τα βραδια. Που θα σαι μονος και στεγνος. Μην το κανεις. Δεν μπορεις. Εισαι το καινουργιο. Το ξερουν. Το ξενο ειναι παντα γνωριμο. Αντιστασου. Αλλοι θα σκοτωναν. Αλλοι εχουν ηδη σκοτωσει. Μια πορτα με τον αριθμο 12 θα σε περιμενει παντα. Ενα μισοφωτισμενο δωματιο και μια πορνη. Καπνος και αλκοολ. Μην πας. οσο μπορεις μην πας. Συμβουλη; που και που να θυμασαι να ξεχνας..
Κατοικοι του, ανθρωποι δυσμορφοι, σκοτεινοι. Καθενας μια ιστορια. Ολοι μαζι μια μυστικη συνομωσια.. Κανενας δεν ηξερε κανεναν και ολοι γνωριζονταν μεταξυ τους. Σχεσεις με γνωμονα την νυχτα και την μυστικοπαθεια. Ανθρωποι που δεν πιαναν χωρο. Δεν ειχαν ιδιοκτησιες. Ολιγαρκεις και αχορταγοι. Καθενας για τον εαυτο του. Ολοι για ολους. Πορτες αμπαρωμενες, αλλες ανοιχτες. Δωματια ερμητικα κλειστα. Δωματια που σε προσκαλουν. Ποτα και τσιγαρα. Καπνος και δυσωδια. Πορνες και Αγιοι. Ολοι βρισκονταν σε αυτο το ξενοδοχειο. Κανεις δεν ανηκε σε αυτο. Ταυτοχρονα ανηκε σε ολους.
Τα χρηματα κυβερνουσαν και ταυτοχρονα χαναν την αξια τους σε αυτο το ξενοδοχειο. Belle Reve. Ολοι ηταν ισοι κατω απο την χαλασμενη του ταμπελα. Ολοι ειχαν μια εμπειρια να μοιραστουν. Αλλοι δυο και τρεις. Αλλοι δεν μιλουσαν,καν. Αποκομμενο απο τον χρονο και το σημερα. Επιλογη ανθρωπων μονων, περιεργων.
Ενας κακομοιρος γερος στο μπαρ και μια ξεπεσμενη πορνη. Θα σου μιλησουν. Σχεδον θα τους ακουσεις. Φωνες γνωριμες, σχεδον ενοχες. Προσωπα χωρις εκφρασεις. Θα σου πιαναν το χερι. Θα ταυτιζοσουν μαζι σου. Προσωπα διαφορετικα. Σκαμμενα. Αποστροφη και δεος. Τα κοκκινα μαλλια της και το αθλιο μακιγιαζ. Εισαι το καινουργιο. Δεν θα αργησεις να τους μοιασεις. Να γινεις ενας απ αυτους. Ερχεται η ωρα.
Ενα σταματημενο ρολοι στο χωλ και μια πεσμενη γλαστρα. Πακετα τσιγαρα στοιβαγμενα. Αλλα μισοαδεια, αλλα γεματα. Σαν κατι να μην τελειωσε ποτε. Ερωτες και αντιο περιφερονται στους διαδρομους. Φονοι και αδικια. Γυναικες γυμνες. Πονεμενες και ερωτικες. Θα σε πλησιασουν. Εισαι το καινουργιο. Θα σε μυρισουν. Θα κολαστουν. Θα σε σαγηνεψουν. Πορνες εξαθλιωμενες, με αναγκες και τροπους. Μην δοθεις. Ακομη.Με αιμα στα ματια. Belle Reve.
Δεν θα αργησεις να νιωσεις κομματι του. Να δεθεις με τους ενοικους. Να πεις ενα γεια. Γεια. Να χαμογελασεις ακομπλεξαριστα. Να τις ζητησεις. Να του δωσεις σημασια. Εφθασε η ωρα. Σταματιμενες ζωες. Τοτε, θα πρεπει να φυγεις. Τιποτα δικο σου δεν σου ανηκει. Αργα η γρηγορα θα στο παρουν. Φυγε οσο μπορεις. Δρομος. Δρομος απο πτωματα και σεξ. Μην τις κοιτας. Αυτες ξερουν. Μην σε μεθουν με αναμνησεις. Αχορταγες.
Ολα οσα αποστρεφεσαι θα σε ορισουν. Θα βρεις τον εαυτο σου στα γεματα τασακια και στη σιωπη. Στα σπασμενα μπουκαλια. Στις αναμνησεις. Ολα θα φανταζουν ωραια. Γνωριμα. Δεν εισαι γιια αυτα εσυ. Εσυ εισαι το καινουργιο.
Θα θες να γυρισεις. Τα βραδια. Που θα σαι μονος και στεγνος. Μην το κανεις. Δεν μπορεις. Εισαι το καινουργιο. Το ξερουν. Το ξενο ειναι παντα γνωριμο. Αντιστασου. Αλλοι θα σκοτωναν. Αλλοι εχουν ηδη σκοτωσει. Μια πορτα με τον αριθμο 12 θα σε περιμενει παντα. Ενα μισοφωτισμενο δωματιο και μια πορνη. Καπνος και αλκοολ. Μην πας. οσο μπορεις μην πας. Συμβουλη; που και που να θυμασαι να ξεχνας..
There is no kiss and tell
in this dark, small hotel
just an essence of cheap rose perfume
There is no borderline
Only glasses of wine
And a price that can bye you a room
Our life' s a dream
Belle Rêve
We all check in Belle Rêve
Our life' s a dream
Belle Rêve
We all check in Belle Rêve
We live alone
we never own
just borrow space
in this notorious silent place
Belle Rêve
There is no kiss farewell
in this dark small hotel
just and endless and painful goodbye
Forget those gents refined
only strangers are kind
In a streetcar of days passing by
Our life' s a dream
Belle Rêve
We all check in Belle Rêve
Our life' s a dream
Belle Rêve
We all check in Belle Rêve
We live alone
we never own
just borrow space
in this notorious silent place
Belle Rêve
Friday, 7 September 2012
Τα Περίμενε που 'Εφυγαν Νωρίς.
Χαραματα. Καλοκαιρι προς φθινοπωρο. Περιεργος καιρος. Περιεργη εποχη. Κοιταξε στον ουρανο και για πρωτη φορα παρατηρησε ποσο αδειος ειναι. Ολα οσα αγαπησε, εμφανιστηκαν μπροστα της. Μυρωδιες. Ο φρεσκοκομμενος καφες, η πρωινη υγρασια, η πικρια. Φορουσε μια ζακετα, ριχτη στον ωμο. Στο χρωμα του δερματος. Τιποτα φανταχτερο. Προστασια.
Καπνισε αχορταγα το τσιγαρο της. Σαν να ταν το τελευταιο. Σαν κατι να την βιαζε, να τελειωσει. Ενας μισοτελειωμενος καφες και μια μισοτελειωμενη επιθυμια, αυστηρα στοιχισμενα στο τραπεζι του μπαλκονιου της. Ολα οσα μισησε, ανεβηκαν στο λαιμο της και την επνιξαν. Τα μακρια του κασκολ, η θηκη του καπνου του και το σ του που παχαινε σε καποιες λεξεις.
Εκεινη, ξενυχτισμενη. Αποκαμωμενη και ησυχη. Θυμιζε κατι απο παλιες εποχες. Τα μαλλια της μακρια. Τα χειλη της κοκκινα. Οι σκεψεις της μπλε. Το μπλε της μελαγχολιας και του παραπονου.
Ρουφουσε βιβλια και θεωριες. Φρασεις και αποφθεγματα. Σοφιες καλα μαθημενες. Σχεδον υιοθετημενες. Τα πιστευω της για την ζωη, τομοι ολοκληροι. Ωρες πονοκεφαλου και απομονωσης.Ασφαλεια.
Ηξερε να μετραει μεχρι το 300. Οταν εχανε το μετρημα αρχιζε ξανα. 1,2,3. Μαζοχισμος και αυτοταπεινωση στην προσπαθεια της να του δωσει χρονο. Εσβησε το τσιγαρο της στο τασακι και αφουγκραστηκε τον ηχο της σιωπης.
Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.
Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς
σταματημένο τὸ ρολόι.
Λογικὰ ἀπελπίσου
πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχει
νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.
Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Η ωρα περασμενες επτα το πρωι. Τα ματια της δεν ελεγαν να κλεισουν. Εκεινος δεν ειχε γυρισει και εκεινη συνεχιζε να τον περιμενει πεισματικα. Ηξερε βαθια μεσα της πως δεν θα ερχοταν.
Λενε, πως οταν οι ανθρωποι φευγουν, ενα μικρο κομματι τους αφηνεται πισω. Κατι πρεπει να αφησουν στο παρελθον. Εκεινος προτιμησε να αφησει εκεινη. Αυτη, οτι εμεινε απο ενα ξεχασμενο εμεις. Εγω εξ ημισιας. Φευγουν οι ανθρωποι. Ισως καποια στιγμη να την ξανασυναντουσε. Στο πιο τρελο του ονειρο. Στα πιο μικρα του μυστικα. Μεσα απο ενα σκουριασμενο εγω. Μακρινο, σχεδον αχνο.
Ολα οσα αγαπησε, ανηκαν σε εκεινη. Το λιγοτερο που μπορουσε να κανει πριν της πει "αντιο" ηταν να φωναξει δυνατα το ονομα της. Μνημη.
Sunday, 2 September 2012
Μονόλογος προς τον εαυτό μου.
Κοιταχτηκε καταματα στον καθρεπτη.Τιποτα ευχαριστο δεν περασε απο το μυαλο του. Κοιταξε ξανα. Τιποτα δεν του αρεσε, αλλα συμβιβαστηκε. Κοιταξε τη ζωη του, συμβιβαστηκε ξανα.
Τρομαζε με την ιδεα του καινουργιου. Ποναγε στη θυμηση του παλιου. Πασχιζε να παει μπροστα. Ζηταγε βοηθεια απο φιλους και τραγουδια. Εκλεινε κρυφα τα ματια στο μελλον, δενοταν με το παρον. Ενιωθε ομως.
Προδοτης, προδοσια. Ασχημο να προδιδεις το παρελθον σου και τον ιδιο σου τον εαυτο. 'Η ετσι να νιωθεις.
Ηθελε να ουρλιαξει Δεν το εκανε. Ηταν πανω απο την δυναμη του. Περιμενε να το κανουν οι αλλοι για εκεινον.
Πνιγοταν. Ωρες ωρες, πνιγοταν.Τον εσωζαν ομως. Οι στιγμες που ακομη δεν εχει ζησει. Αυτες που τοσο περιμενει.
Ειναι Σαββατο. Απο αυτα που δεν εχεις ορεξη. Ουτε σκοπο. Που απλα αιωρησε. Ποσο ηθελε να πεταξει. Καποτε τον πεταξαν.
Προχωρησε στο διαδρομο.Θαυμασε μια κρεμαστρα. Ποση εντυπωση του εκαναν, απλα καθημερινα πραγματα. Ανθρωπος απλος. Μηδιασε ανοητα. Εκει σε αυτη την κρεμαστρα, κρεμαγε τα ονειρα του. Το χαμογελο του, που ξαναφοραγε καθε φορα που εβγαινε εξω.
Ντυθηκε Σαββατιατικα, σχεδον γιορτινα. Τελευταια προσπαθεια να τιναξει την μιζερια απο πανω του.Ποσο προσεχε πως φαινοταν.Το μυαλο του κομπος, το σωμα του κομματια.Το ντυσιμο, ανω του μετριου.Ετσι κρυβοταν. Αυτο ειχε να δωσει. Εικονες. Μυρωδιες. Καθρεπτες.
Εκανε να γελασει στον καθρεπτη. Ο καθρεπτης με μια αορατη σφαλιαρα τον απερριψε. Ποσα ελεγε η σιωπη του καθρεπτη.
Εβαλε κολωνια. Μια παλια, ξεχασμενη. Ενα αρωμα που ειχε βαρεθει. Ενα αρωμα αυτολυπησης και αηδιας. Δεν ειχε αλλο ομως. Καποια στιγμη τελειωνουν τα αρωματα. Ισως και οι ανθρωποι.
Η ωρα 11. Ειχε αργησει. Γενικα , ειχε αργησει. Ολα πηγαιναν τοσο γρηγορα, αλλα εκεινος πεισματικα αργουσε. Ηλπιζε, βιωνε με θρασος τον θανατο του.
Αναψε ενα τσιγαρο. Ξεχαστηκε. Παραμυθιαστηκε. Μεθυσε με την αναμνηση της ευτυχιας. Καθετι παλιο, λυτρωση, να το ξερεις.
Ανοιξε την πορτα και χαθηκε. Στη νυχτα, στον καθρεπτη, στη ζωη.
Tuesday, 28 August 2012
Ο Χρόνος του που Τελείωνε, Απλετος..
Πασχιζε να πιασει χωρο. Να εδραιωθει. Να νιωσει πως καποιος τον υπολογιζει.
Επρεπε να πολεμησει φαντασματα και γεγονοτα. Προσωπα και εικονες. Να αρπαξει τον χωρο του. Να τον απαιτησει.Ηταν παντα εκει. Σπανια τον εβλεπαν. Ολοι ειχαν τους "αλλους".Ενα στοιχημα με τον ιδιο του τον εαυτο.
Δεν του αρεσε να τον συγκρινουν, να τον ταυτιζουν. Τον νευριαζε. Κοιταζε καταματα την ζωη του και κατι δεν του αρεσε.Απογοητευοταν ευκολα, αλλα πεισμωνε με την ιδια ευκολια.Ο χρονος του που τελειωνε, απλετος. Ξυπναγε τις νυχτες, κοιμοταν με την αυγη. Ολος ο χρονος ηταν δικος του. Να κανει τα καπριτσια του και τις υπερβολες του.Να αντιδρα με υστερια, να βουλιαζει στην ηρεμια που τον τρελαινε.
Ρουφουσε τους ανθρωπους, τους εκαιγε σαν αποτελεσμα της δικης του αναγκης να τον καψουν. Να τον ζησουν, να τον κανουν να βαρεθει, να τον υπολογισουν.Πασχιζε. Ξανα. Να νιωσει χρησιμος. Γνωρισε αρκετους και κανεναν. Τιποτα ουσιαστικο. Και ειχε και μερικους. Οχι οσο ηθελε, ομως.
Ονειρευοταν με τα ματια ανοιχτα.Ετσι ηξερε να κανει. Να δινεται. Ετσι συνηθιζε.Η σχεση του με την συνηθεια, περιεργη.Σχεδον κωμικη. Απο την μια την αναζητουσε. Εψαχνε το ουσιαστικο, το καθημερινο. Βαριοταν ομως ευκολα. Πνιγοταν απο την ρουτινα και την επαναληψη.
Πολεμουσε να μην γινει ποτε αυτο που μισουσε.Γραφικος. Εχει φτασει τοσο κοντα ομως. Ενας καποιος, που παντα αναρωτιοταν τι αφηνε πισω του. Πισω απο τα αστεια του, τις γκριματσες και τις κινησεις του.Ποιος τον θυμοταν και γιατι. Ποιος θα δενοταν μαζι του και ποτε. Εψαχνε την επιβεβαιωση και οταν την εβρισκε, την απορριπτε.Ισως αυτος να ηταν ο σκοπος της ζωης του. Να εκπλησσει τον εαυτο του. Αυτον τον καποιο.
Ειχε περασει και χασει πολλα.Επεισοδια και ανθρωπους.Ηξερε πως ηταν ηδη αργα.Ισως και λιγο νωρις, μερικες φορες. Επρεπε να μαθει να εκτιμαει. Μονο ετσι θα εβλεπε.Θυμηθηκε μια υποσχεση για ενα νησι απο καποιον φιλο. Μια κουβεντα που τον στοιχιωσε για παντα, και χαμογελασε. Ηταν ανακουφιση για εκεινον. Να ξερει τι τον ενοχλει. Τι φοβαται. Ποια δικαιολογια εχει. Τιποτα δεν ηταν το ιδιο. Απο εκεινη τη μερα και μετα τιποτα δεν του θυμιζε εκεινον τον "αυτον" που αφησε πισω.
Να ξερεις, παντα, πως οτι ζητας καταβαθος το εχεις. Σκεφτηκε, χασμουρηθηκε και κοιμηθηκε. Εφτασε η αυγη.
Επρεπε να πολεμησει φαντασματα και γεγονοτα. Προσωπα και εικονες. Να αρπαξει τον χωρο του. Να τον απαιτησει.Ηταν παντα εκει. Σπανια τον εβλεπαν. Ολοι ειχαν τους "αλλους".Ενα στοιχημα με τον ιδιο του τον εαυτο.
Δεν του αρεσε να τον συγκρινουν, να τον ταυτιζουν. Τον νευριαζε. Κοιταζε καταματα την ζωη του και κατι δεν του αρεσε.Απογοητευοταν ευκολα, αλλα πεισμωνε με την ιδια ευκολια.Ο χρονος του που τελειωνε, απλετος. Ξυπναγε τις νυχτες, κοιμοταν με την αυγη. Ολος ο χρονος ηταν δικος του. Να κανει τα καπριτσια του και τις υπερβολες του.Να αντιδρα με υστερια, να βουλιαζει στην ηρεμια που τον τρελαινε.
Ρουφουσε τους ανθρωπους, τους εκαιγε σαν αποτελεσμα της δικης του αναγκης να τον καψουν. Να τον ζησουν, να τον κανουν να βαρεθει, να τον υπολογισουν.Πασχιζε. Ξανα. Να νιωσει χρησιμος. Γνωρισε αρκετους και κανεναν. Τιποτα ουσιαστικο. Και ειχε και μερικους. Οχι οσο ηθελε, ομως.
Ονειρευοταν με τα ματια ανοιχτα.Ετσι ηξερε να κανει. Να δινεται. Ετσι συνηθιζε.Η σχεση του με την συνηθεια, περιεργη.Σχεδον κωμικη. Απο την μια την αναζητουσε. Εψαχνε το ουσιαστικο, το καθημερινο. Βαριοταν ομως ευκολα. Πνιγοταν απο την ρουτινα και την επαναληψη.
Πολεμουσε να μην γινει ποτε αυτο που μισουσε.Γραφικος. Εχει φτασει τοσο κοντα ομως. Ενας καποιος, που παντα αναρωτιοταν τι αφηνε πισω του. Πισω απο τα αστεια του, τις γκριματσες και τις κινησεις του.Ποιος τον θυμοταν και γιατι. Ποιος θα δενοταν μαζι του και ποτε. Εψαχνε την επιβεβαιωση και οταν την εβρισκε, την απορριπτε.Ισως αυτος να ηταν ο σκοπος της ζωης του. Να εκπλησσει τον εαυτο του. Αυτον τον καποιο.
Ειχε περασει και χασει πολλα.Επεισοδια και ανθρωπους.Ηξερε πως ηταν ηδη αργα.Ισως και λιγο νωρις, μερικες φορες. Επρεπε να μαθει να εκτιμαει. Μονο ετσι θα εβλεπε.Θυμηθηκε μια υποσχεση για ενα νησι απο καποιον φιλο. Μια κουβεντα που τον στοιχιωσε για παντα, και χαμογελασε. Ηταν ανακουφιση για εκεινον. Να ξερει τι τον ενοχλει. Τι φοβαται. Ποια δικαιολογια εχει. Τιποτα δεν ηταν το ιδιο. Απο εκεινη τη μερα και μετα τιποτα δεν του θυμιζε εκεινον τον "αυτον" που αφησε πισω.
Να ξερεις, παντα, πως οτι ζητας καταβαθος το εχεις. Σκεφτηκε, χασμουρηθηκε και κοιμηθηκε. Εφτασε η αυγη.
Saturday, 18 August 2012
Ένας κύκλος στην αμμο.
Ποσο του αρεσε η θαλασσα.Ταυτιζοταν.Ηρεμουσε, θυμωνε. Βαθια μεσα του ισως και να την ζηλευε.Καταραμενος.Ετσι ενιωθε.Ερμαιο καταστασεων και αναμνησεων.
Αλμυρα και ηλιος.Αισθηση ηρεμιας και πανικος. Η λυσσαλεα του αναγκη να φυγει,να εξαφανιστει.Ολα του φταιγανε.Ισως και τιποτα.
Διαβαζε ενα βιβλιο.Μπερδεμενες λεξεις και εννοιες.Πως μπερδευε τον εαυτο του.Φοβοταν την ρουτινα.Ακομη πιο πολυ τις αλλαγες.Ελλειψη πιστης και αποφασιστικοτητας.
Βουτια. Βουτιες . Στο παρελθον και στο τωρα.Με ανασες και χωρις.Το διασκεδαζε.Ετσι ενιωθε.Ετσι γνωριζε τον εαυτο του.
Γαλαζιο και λευκο.Ηρεμος ανθρωπος.Ανθρωπος με νευρο.Κυματα.Σιωπη.Την ετρεμε την σιωπη.Την χρειαζοταν την σιωπη.
Μηδαμινες απαιτησεις.Καπου καπου και εξωφρενικες.Λατρευε τις γιορτες.Τις φασαριες.Μονο και μονο για να επιβεβαιωσει ξανα και ξανα την δικη του μιζερια.Μιζερος ανθρωπος.Ειρωνικος και σαρκαστικος.Διασκεδαζε την μοναξια του.Φλερταρε με την ιδεα της.
Δεν ηταν μονος.Ποτε δεν ηταν.Μετρησε τις πληγες του,νοητα.Τις φανερες και τις κρυφες.Δαμασε το μυαλο του και εκλεισε τα ματια.Βουτηξε στα βαθια και εφθασε στον πατο.Πηρε ωθηση και εκτιναχθηκε στον αερα.Εσκασε στο πατωμα.Ενα πατωμα απο αμμο και ανθρωπους.Ο πονος μετριαστηκε.
Μισησε το τελος, λατρεψε την αρχη.Λησμονησε το παρελθον και την μνημη.Ξεχασε να θυμαται και να ελπιζει.Αδραξε ανθρωπους και στιγμες.Εκανε ενα βημα και βρεθηκε ξανα στο βυθο.Απο επιλογη αυτη τη φορα.
Καμμενο απο τον ηλιο δερμα και ζωη.Απλωσε αντιηλιακο με δικτυ προστασιας το τεσσερα και βούτηξε.Εκλεισε τα ματια και αιωρηθηκε.Στη θαλασσα, στον αερα, στη ζωη..
Καλο μας καλοκαιρι, αντε και χειμωνας.
Αλμυρα και ηλιος.Αισθηση ηρεμιας και πανικος. Η λυσσαλεα του αναγκη να φυγει,να εξαφανιστει.Ολα του φταιγανε.Ισως και τιποτα.
Διαβαζε ενα βιβλιο.Μπερδεμενες λεξεις και εννοιες.Πως μπερδευε τον εαυτο του.Φοβοταν την ρουτινα.Ακομη πιο πολυ τις αλλαγες.Ελλειψη πιστης και αποφασιστικοτητας.
Βουτια. Βουτιες . Στο παρελθον και στο τωρα.Με ανασες και χωρις.Το διασκεδαζε.Ετσι ενιωθε.Ετσι γνωριζε τον εαυτο του.
Γαλαζιο και λευκο.Ηρεμος ανθρωπος.Ανθρωπος με νευρο.Κυματα.Σιωπη.Την ετρεμε την σιωπη.Την χρειαζοταν την σιωπη.
Μηδαμινες απαιτησεις.Καπου καπου και εξωφρενικες.Λατρευε τις γιορτες.Τις φασαριες.Μονο και μονο για να επιβεβαιωσει ξανα και ξανα την δικη του μιζερια.Μιζερος ανθρωπος.Ειρωνικος και σαρκαστικος.Διασκεδαζε την μοναξια του.Φλερταρε με την ιδεα της.
Δεν ηταν μονος.Ποτε δεν ηταν.Μετρησε τις πληγες του,νοητα.Τις φανερες και τις κρυφες.Δαμασε το μυαλο του και εκλεισε τα ματια.Βουτηξε στα βαθια και εφθασε στον πατο.Πηρε ωθηση και εκτιναχθηκε στον αερα.Εσκασε στο πατωμα.Ενα πατωμα απο αμμο και ανθρωπους.Ο πονος μετριαστηκε.
Μισησε το τελος, λατρεψε την αρχη.Λησμονησε το παρελθον και την μνημη.Ξεχασε να θυμαται και να ελπιζει.Αδραξε ανθρωπους και στιγμες.Εκανε ενα βημα και βρεθηκε ξανα στο βυθο.Απο επιλογη αυτη τη φορα.
Καμμενο απο τον ηλιο δερμα και ζωη.Απλωσε αντιηλιακο με δικτυ προστασιας το τεσσερα και βούτηξε.Εκλεισε τα ματια και αιωρηθηκε.Στη θαλασσα, στον αερα, στη ζωη..
Καλο μας καλοκαιρι, αντε και χειμωνας.
Sunday, 29 July 2012
Κοίτα εγώ.
Η ωρα λιγο πιο μετα απο το αργα. Ενα παγκακι και μια σκεψη. Στο βαθος να παιζει εναλλαξ Μποφιλιου και Ιωαννιδης. Ενα αμαξι γνωστο. Τρεις απουσιες,η μια πιο εντονη απο την αλλη. Μια παρουσια που δεν του κολλαει και ενας εναστρος ουρανος.
Κανεις δεν τον παρατηρησε ποτε. Αυτη ηταν δικη του δουλεια. Να παρατηρει και να ζυγιζει. Να σωζει και να βιωνει. Να συντηρει και να χανει. Ετσι εμαθε . Να ζει μεσα σε στιγμες και ονειρα. Η σχεση του με τα ρολογια, σχεδον ανυπαρκτη οπως και η ικανοτητα του να ξεχναει.
Ενα μηνυμα, του ταραξε τον κοσμο. Εναν κοσμο που περασε μηνες να τακτοποιησει. Παραμυθιασμενος πως ολα ειναι καλα. Μεγαλυτερη απωλεια , η παραλιγο παρουσια. Εκλεισε τα ματια και ταυτιστηκε με τον στιχο που βασανιζε τα αυτια και το μυαλο του. "Μονο που καπου καταβαθος, οποιος με ξερει κανει λαθος..".
Εβγαλε ενα κομματι χαρτι. Ενα χαρτι που δεν αφηνε κανεναν να το δει. Πολλες φορες ξεχνουσε και ο ιδιος πως υπαρχει.Σημειωσε κατι βιαστηκα. Ουτε εκεινος δεν καταλαβαινε τις μπουρδες που εγραφε. Ποσο του θυμιζαν την ζωη του.
Πλησιασε. Ποσο ηθελε μια φιλικη κουβεντα. Απο την αλλη οχι. Ηθελε απλα καποιον να τον κοιτα. Να τον κοιτα με ηρεμια να βυθιζεται. Σε μια κουταλια νερο, που ο ιδιος με περισση μαεστρια δημιουργησε. Ακολουθησαν κουβεντες, απο τις οποιες κρατησε τις μισες. Μοναδικο αποφθεγμα ; "Εγω, δικος σου φιλος ειμαι.". Ποτε δεν καταλαβε απο ποιον το ακουσε. Ηταν καποιος αλλος; το φανταστηκε; ηταν ο ιδιος του ο εαυτος;
Το παγκακι αρχισε να φανταζει παραξενα βολικο. Αλλα ειχε κανει μια υποσχεση να γυρισει νωρις.Επρεπε μια φορα να τηρησει αυτο που υποσχεθηκε. Οχι , για αυτους. Για εκεινον. Για μια στιγμη φοβηθηκε πως δεν θα σηκωνοταν ποτε. Πως θα χανε καθε επαφη με την πραγματικοτητα. Βαθεια μεσα του ισως να το ευχηθηκε κιολας. Ειχε χασει την αισθηση του χρονου, οπως εχασε και την μνημη του.
Ποτε χαρηκες τελευταια φορα; ποτε εκανες κατι για σενα ; οχι για τα πρεπει, για τα θελω. Παρερμηνευμενα λογια ενος φιλου, ανακατεμενα με τη δικη σου ηλιθια λογικη. Επιτελους ενιωσε πως καποιος θα ειναι εκει πιο πολυ απο εκεινον για εκεινον. Αρχισε να τρεμει. Οχι, απο φοβο αυτη τη φορα. Κατι ηταν και αυτο. Απο αρνηση. Απο αρνηση που δεν μπορουσε να δεχτει πως καποιος ηταν εκει να τον ακουσει. Ακομη καλυτερα, να τον νιωσει.
Ειχε αναγκη να μεινει μονος. Μονος, αλλα με παρεα. Οξυμορος ανθρωπος, γεματος αντιθεσεις και ηλιθιοτητα. Μπολικη απο αυτη. Ενιωθε ανετα με το να βυθιζει τον εαυτο του σε θαλασσες που δημιουργουσε ο ιδιος. Ο μονος του τροπος να αποκτισει αυτοπεποιθηση. Κρυφα μεσα του, ισως και ο μονος τροπος να νιωσει μια παρουσια διπλα του.
Ανετα θα μπορουσε να εμενε για παντα εκει, Ζαλισμενος απο το ποτο, απο το χρονο , τις αναμνησεις. Θυμωμενος με τον εαυτο του και συναμα περιφανος και ευτυχισμενος. Βυθισμενος σε στιχους και αυτοδημιουργητες κουταλιες.
Να τον προσεχετε αυτον. Αφηστε με εμενα.
Κανεις δεν τον παρατηρησε ποτε. Αυτη ηταν δικη του δουλεια. Να παρατηρει και να ζυγιζει. Να σωζει και να βιωνει. Να συντηρει και να χανει. Ετσι εμαθε . Να ζει μεσα σε στιγμες και ονειρα. Η σχεση του με τα ρολογια, σχεδον ανυπαρκτη οπως και η ικανοτητα του να ξεχναει.
Ενα μηνυμα, του ταραξε τον κοσμο. Εναν κοσμο που περασε μηνες να τακτοποιησει. Παραμυθιασμενος πως ολα ειναι καλα. Μεγαλυτερη απωλεια , η παραλιγο παρουσια. Εκλεισε τα ματια και ταυτιστηκε με τον στιχο που βασανιζε τα αυτια και το μυαλο του. "Μονο που καπου καταβαθος, οποιος με ξερει κανει λαθος..".
Εβγαλε ενα κομματι χαρτι. Ενα χαρτι που δεν αφηνε κανεναν να το δει. Πολλες φορες ξεχνουσε και ο ιδιος πως υπαρχει.Σημειωσε κατι βιαστηκα. Ουτε εκεινος δεν καταλαβαινε τις μπουρδες που εγραφε. Ποσο του θυμιζαν την ζωη του.
Πλησιασε. Ποσο ηθελε μια φιλικη κουβεντα. Απο την αλλη οχι. Ηθελε απλα καποιον να τον κοιτα. Να τον κοιτα με ηρεμια να βυθιζεται. Σε μια κουταλια νερο, που ο ιδιος με περισση μαεστρια δημιουργησε. Ακολουθησαν κουβεντες, απο τις οποιες κρατησε τις μισες. Μοναδικο αποφθεγμα ; "Εγω, δικος σου φιλος ειμαι.". Ποτε δεν καταλαβε απο ποιον το ακουσε. Ηταν καποιος αλλος; το φανταστηκε; ηταν ο ιδιος του ο εαυτος;
Το παγκακι αρχισε να φανταζει παραξενα βολικο. Αλλα ειχε κανει μια υποσχεση να γυρισει νωρις.Επρεπε μια φορα να τηρησει αυτο που υποσχεθηκε. Οχι , για αυτους. Για εκεινον. Για μια στιγμη φοβηθηκε πως δεν θα σηκωνοταν ποτε. Πως θα χανε καθε επαφη με την πραγματικοτητα. Βαθεια μεσα του ισως να το ευχηθηκε κιολας. Ειχε χασει την αισθηση του χρονου, οπως εχασε και την μνημη του.
Ποτε χαρηκες τελευταια φορα; ποτε εκανες κατι για σενα ; οχι για τα πρεπει, για τα θελω. Παρερμηνευμενα λογια ενος φιλου, ανακατεμενα με τη δικη σου ηλιθια λογικη. Επιτελους ενιωσε πως καποιος θα ειναι εκει πιο πολυ απο εκεινον για εκεινον. Αρχισε να τρεμει. Οχι, απο φοβο αυτη τη φορα. Κατι ηταν και αυτο. Απο αρνηση. Απο αρνηση που δεν μπορουσε να δεχτει πως καποιος ηταν εκει να τον ακουσει. Ακομη καλυτερα, να τον νιωσει.
Ειχε αναγκη να μεινει μονος. Μονος, αλλα με παρεα. Οξυμορος ανθρωπος, γεματος αντιθεσεις και ηλιθιοτητα. Μπολικη απο αυτη. Ενιωθε ανετα με το να βυθιζει τον εαυτο του σε θαλασσες που δημιουργουσε ο ιδιος. Ο μονος του τροπος να αποκτισει αυτοπεποιθηση. Κρυφα μεσα του, ισως και ο μονος τροπος να νιωσει μια παρουσια διπλα του.
Ανετα θα μπορουσε να εμενε για παντα εκει, Ζαλισμενος απο το ποτο, απο το χρονο , τις αναμνησεις. Θυμωμενος με τον εαυτο του και συναμα περιφανος και ευτυχισμενος. Βυθισμενος σε στιχους και αυτοδημιουργητες κουταλιες.
Να τον προσεχετε αυτον. Αφηστε με εμενα.
"Κοίτα εγώ αν θες να ξέρεις
είμαι όλα αυτά που αναφέρεις
Μόνο που κάπου κατά βάθος
όποιος με ξέρει κάνει λάθος"
Saturday, 28 July 2012
Ιστορία Οικογενειακής Τρέλας.
Καποτε ειχα γνωρισει μια κοπελα που το ονομα της , ανετα , θα μπορουσε να ειναι ηρεμια.
Μια κοπελα που σε μια γιορτη στο δημοτικο ειχε ντυθει μια "εποχη" με κατι λεμονια στο κεφαλι.Οχι, δεν τρελαθηκα.Ακομη δηλαδη.Και ισως το οφειλω σε εκεινη.Οχι ισως,σιγουρα.Ειμαι ενας απο τους προνομιουχους ανθρωπους, που εχουν στη ζωη τους ενα ατομο που θα σου χωσει μια γερη σφαλιαρα οταν το χρειαζεσαι.Δεν λεω, ειναι, με το "γαντι" σφαλιαρα, γιατι η καλλιεργημένη φυση της (γαλλικα και μπαλετο μεταξυ πολλων, πολλων αλλων) την εχουν εξελιξει σε μια καθως πρεπει κυρια με fetish τα παπουτσια.Το κοριτσι-βιβλιοφαγος-συλλεκτης περιοδικων-coffee addict, ομολογουμενως, με ωθει στον αλκοολισμο σε κατι βραδια "συνεδρίες" και υστερα στον απολυτο εξευτελισμο , αποτελεσμα μιας παρτιδας παιχνιδιου trivial.Αλλα χαλαλι της. Εχει ολοκληρη καβα σπιτι της.
Ας σοβαρευετω ομως.Οσο μπορει να σοβαρευτει ο Σαιμον. Ναι, ξερω με βριζεις για την ηλιθια συνηθεια μου να μιλαω στον τριτο ενικο για μενα.Αυτο σου το βρισιδι ειναι που εκτιμω και αγαπαω ομως.Ξερω, εχω χασει πολλα επεισοδια. Θελω να μαι εκει ομως. Και σου υποσχομαι πως θα ειμαι. Στα καλα και στα κακα (οχι,δεν σε ζηταω σε γαμο). Απλα δωσε μου το πατημα. Το πατημα να σε ξαναζησω, να σε γνωρισω, να σε θυμωσω.Θελω να μαι εκει. Κυριως,ομως να εισαι εσυ εδω.
Ξερεις πως δεν μου αρεσει να επαναλαμβανομαι,αλλα το τελευταιο καιρο ειμαι σαν να μου εχει φυτρωσει ενα κουμπι "replay" στο μετωπο. Μην χαθεις. Οχι τιποτα αλλο, απλα εχω εναποθεσει τις εργασιακες μου ελπιδες σε ενα μπαρακι. Που θα χει θαμωνες και ολα θα ειναι χειροποιητα. Και θα χει και εναν χαζο μπαρμαν. Ξερεις εσυ. Μεχρι τοτε ενα ουσκακι '"παιδικο'' για μενα και ενα ποτηρι τεκιλα για σενα, στο μπαλκονι σου, μου ειναι υπερ-αρκετο.Σε αφηνω ομως τωρα γιατι ο Στραβοποδαρος εχει μπει στο δωματιο μου και κυνηγαει το ελαφι σου.
Ξερεις πως δεν μου αρεσει να επαναλαμβανομαι,αλλα το τελευταιο καιρο ειμαι σαν να μου εχει φυτρωσει ενα κουμπι "replay" στο μετωπο. Μην χαθεις. Οχι τιποτα αλλο, απλα εχω εναποθεσει τις εργασιακες μου ελπιδες σε ενα μπαρακι. Που θα χει θαμωνες και ολα θα ειναι χειροποιητα. Και θα χει και εναν χαζο μπαρμαν. Ξερεις εσυ. Μεχρι τοτε ενα ουσκακι '"παιδικο'' για μενα και ενα ποτηρι τεκιλα για σενα, στο μπαλκονι σου, μου ειναι υπερ-αρκετο.Σε αφηνω ομως τωρα γιατι ο Στραβοποδαρος εχει μπει στο δωματιο μου και κυνηγαει το ελαφι σου.
Ειναι μοναχικα μερικες φορες.Χωρις εναν ανθρωπο να σου πει "ωραιο παλτο".Μοναχικα,χωρις εναν ανθρωπο να μοιραστεις τα παιδικα βιβλια σου μαζι του.Οι 4 1/2 φιλοι και εγω μαζι σε αναζητουν.Ακομη και η καμερα που εχω ξεχασμενη σε ενα ντουλαπι.
Φθανει με τα μελο. Μου υποσχεθηκες κατι για τον Σεπτεμβρη.Σε πιστευω και αναμενω.
αφιερωμενο σε ενα κοριτσι που με αποκαλει αδερφο.
Thursday, 26 July 2012
Και μου βγαίνω πάντα λίγος.
Αλλη μια απο αυτες τις γαμημενες ημερες. Που νιωθεις πιο μονος απο ποτε. Μια απο τις ηλιθιες μερες που το μυαλο σου -ορκισμενος εχθρος σου- δεν σε αφηνει σε ησυχια. Ποσα μυστικα κρυβουν οι ανθρωποι. Ποσα δακρυα. Ακομη χειροτερα τα δακρυα που κολλανε στις κογχες των ματιων και δεν κυλανε.Αναγκασμενος να πνιγω τα παντα. Να σκοτωνω ονειρα και στιγμες. Μονο ετσι προχωρας.
Θα θελα να ησασταν εδω.Εσεις οι δυο που αποκαλω "δικους μου" ανθρωπους. Και εκεινη. Εκεινη που βλεπει τα παντα και τιποτα.Που ζηταει συγγνωμη, ενω επρεπε να ουρλιαζει παρακαλω...
συγγνωμη. απο μενα, σε εμενα. Σε εκεινη, σε εσας τους δυο.
Χρονια πολλα.
Wednesday, 25 July 2012
Ένας Μικρός Τιτανικός.
'Ένας μικρός τιτανικός.Γέλασα.Ένιωσα τόσο σίγουρος.Αυτό είμαστε.Ειχα μήνες να νιώσω αυτή τη σιγουριά.Ένα παγκάκι.Γέλια.Πολλά γέλια, μα ένα παγκάκι.Εσένα θα μου θυμίζει το παγκάκι αυτό.Έτσι θα λέω.
-Τι κάνεις;
-Πηγαίνω απο δω και απο κει.
-Νόμιζα πως είχες προχωρήσει.
Μάς φάνηκε τοσο έξυπνο.Αυτό είμαστε.ναι αυτό.Παλι αυτή η σιγουριά.Αυτο μου δίνεις.Σιγουριά.Μια αιτία να σταθώ.1.11.ώρα για ευχές.τα μάτια.παντα με τραβούσαν τα μάτια.τα μάτια λενε πολλά.1.12.η ευχή πέρασε.τοο ιδιο και η ευκαιρία.κατι δεν μου αρέσει.συγχωρεσε με αλλά αυτός είμαι.ένας μπερδεμένος.είδες;παλι το π μπροστά μου.π=3,14.γεμάτος.και καλά.εύκολο είναι.ετσι μου χες πει.πονάει.έτσι θα σου πω.σβουρες.μια σβουρα είσαι.ενα παιχνίδι.ποσο παιδί νιώθω διπλα σου.δεν ειμαι ομως παιδί.ειμαι καποιος που το όνομα του γράφεται με Σ κεφάλαιο.γέλασα.εγω που κάποτε πληγωθηκα.
-Είναι λογικό.σαν να σε ακούω να το λες.
Πόνος και χαρά.τι σημαίνει χαρά;Πες μου.Και πως λέγεται αυτος που κατι βαθειά μεσα του δεν τον αφήνει να χαρεί;
Π λέγεται.Π λέγομαι και γω.με Σ όμως.κεφάλαιο.θα μάθω να το αξίζω αυτό το σ.αυτό εισαι εσύ.κάτι που αξίζει.δεν χρειάζεται να σκέφτεσαι τόσο.πάλι σε ακούω.ετσι ειναι η ζωή τελικά.φωνές.φωνές που μένουν πάντα αποτυπωμενες.φωνες που μέρα με τη μέρα ξεθωριάζουν.φωνες που δεν ακούς πια.Βρήκα τι σημαίνει ζωή.Χαίρομαι.χάρηκα
-Γειά σου είμαι ο Π.
-Χάρηκα.
για εκείνη. Την πριγκίπισσα της Ketchup.
-Τι κάνεις;
-Πηγαίνω απο δω και απο κει.
-Νόμιζα πως είχες προχωρήσει.
Μάς φάνηκε τοσο έξυπνο.Αυτό είμαστε.ναι αυτό.Παλι αυτή η σιγουριά.Αυτο μου δίνεις.Σιγουριά.Μια αιτία να σταθώ.1.11.ώρα για ευχές.τα μάτια.παντα με τραβούσαν τα μάτια.τα μάτια λενε πολλά.1.12.η ευχή πέρασε.τοο ιδιο και η ευκαιρία.κατι δεν μου αρέσει.συγχωρεσε με αλλά αυτός είμαι.ένας μπερδεμένος.είδες;παλι το π μπροστά μου.π=3,14.γεμάτος.και καλά.εύκολο είναι.ετσι μου χες πει.πονάει.έτσι θα σου πω.σβουρες.μια σβουρα είσαι.ενα παιχνίδι.ποσο παιδί νιώθω διπλα σου.δεν ειμαι ομως παιδί.ειμαι καποιος που το όνομα του γράφεται με Σ κεφάλαιο.γέλασα.εγω που κάποτε πληγωθηκα.
-Είναι λογικό.σαν να σε ακούω να το λες.
Πόνος και χαρά.τι σημαίνει χαρά;Πες μου.Και πως λέγεται αυτος που κατι βαθειά μεσα του δεν τον αφήνει να χαρεί;
Π λέγεται.Π λέγομαι και γω.με Σ όμως.κεφάλαιο.θα μάθω να το αξίζω αυτό το σ.αυτό εισαι εσύ.κάτι που αξίζει.δεν χρειάζεται να σκέφτεσαι τόσο.πάλι σε ακούω.ετσι ειναι η ζωή τελικά.φωνές.φωνές που μένουν πάντα αποτυπωμενες.φωνες που μέρα με τη μέρα ξεθωριάζουν.φωνες που δεν ακούς πια.Βρήκα τι σημαίνει ζωή.Χαίρομαι.χάρηκα
-Γειά σου είμαι ο Π.
-Χάρηκα.
για εκείνη. Την πριγκίπισσα της Ketchup.
Tuesday, 24 July 2012
Σέ Ξεχώρισα.
"Σε ξεχώρισα". Σε είδα εκεί να καπνίζεις "τσιγάρα βαριά".Με κοίταξες. Χαμογέλασες, ή έτσι νόμιζα.
-Τι κάνεις; μου είπες.
-"Τίποτα σημαντικό,ζώ μονάχα εν λευκώ.
Χαμογέλασες. Αυτή τη φορά στα αλήθεια.
-Κάνε μου "παρέα", ε'ιπες.
Σε κοίταξα. Με το μυαλό, με τα μάτια, με την ψυχή. Χωρίς κάν να γυρίσω πρός το μέρος σου.
'Ενα "μέτρημα" αιώνιο. 1 2 3 4,
-"Σέ έχω βρεί και σε χάνω", ειπα.
και χάθηκα. χάθηκα για να μην αφήσω "εκκρεμότητες".
Τρέμω. Ετρεμα. Ετρεξα. Ετρεξα και κρύφτηκα. "Να μήν σε δώ, να με αγνοέις".Να μήν θυμηθώ.
"Δεν ανάβουνε συχνά, τέτοια χαράματα".
-Τι κάνεις; μου είπες.
-"Τίποτα σημαντικό,ζώ μονάχα εν λευκώ.
Χαμογέλασες. Αυτή τη φορά στα αλήθεια.
-Κάνε μου "παρέα", ε'ιπες.
Σε κοίταξα. Με το μυαλό, με τα μάτια, με την ψυχή. Χωρίς κάν να γυρίσω πρός το μέρος σου.
'Ενα "μέτρημα" αιώνιο. 1 2 3 4,
-"Σέ έχω βρεί και σε χάνω", ειπα.
και χάθηκα. χάθηκα για να μην αφήσω "εκκρεμότητες".
Τρέμω. Ετρεμα. Ετρεξα. Ετρεξα και κρύφτηκα. "Να μήν σε δώ, να με αγνοέις".Να μήν θυμηθώ.
"Δεν ανάβουνε συχνά, τέτοια χαράματα".
Λόγια τών 2:46 Τεταρτης.
Λογια του αερα.Απο αυτα που ξερεις πως δεν εννοεις.Λογια των 2:46.Λογια των 2:46 της Τεταρτης. Μια μερα. Πολλες μερες.2 μερες και 20 χρονια.Ευκαιρια.Ευκαιρια να δω και να μαθω.Να μαθω πως τιποτα δεν μενει το ιδιο.Για αυτο ειμαστε φτιαγμενοι.Για να υπαρχουμε.Ετσι μεγαλωνουμε.Καποτε παιζαμε,τωρα σιωπη.Τρελαινει η σιωπη. Επουλωνει η σιωπη. Λησμονω.
Ολα γινονται για καποιο λογο.Ακομη και η λησμονια.Ποσο την λαχταραω.Την λαχταραω αναγκαια. Γεματη παθη η ζωη. Με μια απλη συγγνωμη. Συν + γνωμη. Συν + φωνη. Συγχωρα με αλλα δεν συμφωνω.
Subscribe to:
Posts (Atom)
