Τρομαζε με την ιδεα του καινουργιου. Ποναγε στη θυμηση του παλιου. Πασχιζε να παει μπροστα. Ζηταγε βοηθεια απο φιλους και τραγουδια. Εκλεινε κρυφα τα ματια στο μελλον, δενοταν με το παρον. Ενιωθε ομως.
Προδοτης, προδοσια. Ασχημο να προδιδεις το παρελθον σου και τον ιδιο σου τον εαυτο. 'Η ετσι να νιωθεις.
Ηθελε να ουρλιαξει Δεν το εκανε. Ηταν πανω απο την δυναμη του. Περιμενε να το κανουν οι αλλοι για εκεινον.
Πνιγοταν. Ωρες ωρες, πνιγοταν.Τον εσωζαν ομως. Οι στιγμες που ακομη δεν εχει ζησει. Αυτες που τοσο περιμενει.
Ειναι Σαββατο. Απο αυτα που δεν εχεις ορεξη. Ουτε σκοπο. Που απλα αιωρησε. Ποσο ηθελε να πεταξει. Καποτε τον πεταξαν.
Προχωρησε στο διαδρομο.Θαυμασε μια κρεμαστρα. Ποση εντυπωση του εκαναν, απλα καθημερινα πραγματα. Ανθρωπος απλος. Μηδιασε ανοητα. Εκει σε αυτη την κρεμαστρα, κρεμαγε τα ονειρα του. Το χαμογελο του, που ξαναφοραγε καθε φορα που εβγαινε εξω.
Ντυθηκε Σαββατιατικα, σχεδον γιορτινα. Τελευταια προσπαθεια να τιναξει την μιζερια απο πανω του.Ποσο προσεχε πως φαινοταν.Το μυαλο του κομπος, το σωμα του κομματια.Το ντυσιμο, ανω του μετριου.Ετσι κρυβοταν. Αυτο ειχε να δωσει. Εικονες. Μυρωδιες. Καθρεπτες.
Εκανε να γελασει στον καθρεπτη. Ο καθρεπτης με μια αορατη σφαλιαρα τον απερριψε. Ποσα ελεγε η σιωπη του καθρεπτη.
Εβαλε κολωνια. Μια παλια, ξεχασμενη. Ενα αρωμα που ειχε βαρεθει. Ενα αρωμα αυτολυπησης και αηδιας. Δεν ειχε αλλο ομως. Καποια στιγμη τελειωνουν τα αρωματα. Ισως και οι ανθρωποι.
Η ωρα 11. Ειχε αργησει. Γενικα , ειχε αργησει. Ολα πηγαιναν τοσο γρηγορα, αλλα εκεινος πεισματικα αργουσε. Ηλπιζε, βιωνε με θρασος τον θανατο του.
Αναψε ενα τσιγαρο. Ξεχαστηκε. Παραμυθιαστηκε. Μεθυσε με την αναμνηση της ευτυχιας. Καθετι παλιο, λυτρωση, να το ξερεις.
Ανοιξε την πορτα και χαθηκε. Στη νυχτα, στον καθρεπτη, στη ζωη.
No comments:
Post a Comment