Η Μελανυ ηταν πια νεκρη. Λογικη συνεπεια αν σκεφτεις πως φλερταρε με τον θανατο. Εκλεισε τα ματια της και ενωθηκε με το συμπαν.
Η Μελανυ ηταν μια κοπελα λιγο παραπανω απο εικοσι χρονων. Ειχε ξανθια μακρια μαλλια - σε αντιθεση με το ονομα της, που παντα της θυμιζε μαυρα, κορακι μαλλια - και ηταν τρελη. Ζουσε ανατολικα του Λονδινου σε μια υγρη πολυκατοικια χωρις κατοικους. Εκτος απο εκεινη. Αργοτερα και χωρις εκεινη. Ζουσε στον δευτερο οροφο και ανεβαινε παντα με τις σκαλες. Οχι απο πεποιθηση, απο ελπιδα. Μηπως μια μερα γλιστρισει και σπασει το σβερκο της. Τον σπασει και πεθανει. Ειχε μια μαυρη γατα,ημιτυφλη και ασθενικη. Ηταν αλλεργικη στις γατες, και προσευχοταν καθημερινα να παθει ενα αλλεργικο σοκ. Ενα αλλεργικο σοκ και να πεθανει. Ειχε και ενα χρυσοψαρο. Νεκρο.
Δεν ενιωθε οτι ζουσε. Ενιωθε πως χανοταν μεσα στο χρονο. Πως μια μερα θα πεθανει απο την ανοια και την βαρεμαρα. Πως οι τοιχοι του μουχλιασμενου δωματιου της θα πεσουν να την πλακωσουν. Κοπελα γεματη ονειρα. Ομως τα ονειρα, ελεγε, δεν βγαινουν ποτε αληθινα. Αλλες μερες ευχοταν να πεθανει στον υπνο της. Να κλεισει τα ματια και να μην ξυπνησει ποτε. Ηρεμος θανατος. Μη αναστρεψιμος. Για αυτο το λογο κοιμοταν πολυ. Πιο πολυ απο το μεσο ανθρωπο. Αλλες παλι ηλπιζε στο να την δολοφονισουν. Συνηθιζε να επιδεικνυει ερριστικα τα κοσμηματα της καθως περνουσε μεσα απο σκοτεινα δρομακια. Μιλουσε με μεθυσμενους και αστεγους. Τους ερεθιζε και τους προκαλουσε. Κανεις ομως δεν τολμουσε. Αθελα της γεμιζε τα ματια της με αμφιβολια. Αμφιβολια για κατι που απο καιρο ειχε υιοθετησει. Τον θανατο.
Αυτο το καθ'ολα χαρουμενο κοριτσι ηταν αρκετα φυσιολογικο. Ειχε πεντε δαχτυλα σε καθε χερι και ποδι, ειχε δυο ματια και ειχε και μυτη. Ειχε ομως κατι παραξενο ενα πολυ μακρυ λαιμο. Σιχαινοταν ολα τα χρωματα, εκτος απο το γκρι το μαυρο και το κοκκινο. Πιο πολυ απο ολα σιχαινοταν το κιτρινο και οτι ειχε να κανει με αυτο το χρωμα. Σιχαινοταν τις παπιες- αν και δεν ειχε δει ποτε, καμια κιτρινη παπια- το τυρι και πανω απο ολα τις μπανανες. Κυριως τις μπανανες.
Οικογενεια δεν ειχε πια. Ο πατερας της ηταν διαβητικος και πλεον νεκρος. Η μανα της ειχε φυματιωση και ηταν πλεον νεκρη.Η Μελανυ δεν πιστευε στην κληρονομικοτητα. Ηταν,ελεγε, μια μεγαλη μπουρδα. Αν ισχυε, θα ταν ηδη νεκρη και εκεινη. Θα ειχε πεθανει απο ζαχαρο. 'Η απο φυματιωση. 'Η μια νεα ασθενεια, τη ζαχαρωδη φυματιωση. Οπως μπουρδες φωναζε καθε φορα που εβλεπε γαμους ή βαπτισια. Η εννοια της ζωης αγνωστη για εκεινη. Καλυτερα, αχρηστη.
Απ' οσο θυμοταν τον εαυτο της ηθελε να πεθανει. Ακομη και οταν γεννηθηκε πηγε να αυτοστραγγαλιστει με τον ομφαλιο λωρο της. Ηταν ομως πολυ αδυναμη για να το αποτρεψει. Αλλη φορα, σκεφτηκε. Η αλλη φορα δεν αργησε να ερθει, Στη δευτερα δημοτικου εφαγε 14 κηρομπογιες. Ολα τα χρωματα εκτος απο το κιτρινο. Ομως και παλι την εσωσαν. Τι εννοεις ειναι μη τοξικες οι κηρομπογιες; και τι εννοεις με "σωσατε";. Ακομη και τωρα, στην ηλικια των λιγο παραπανω απο εικοσι, δεν καταλαβαινε. Το ιδιο ακολουθησε με τις πλαστελινες στην τριτη και με τις νερομπογιες στην τεταρτη. Ματαια.
Οταν πηγε γυμνασιο πεθανε πρωτη φορα. Ειδε το αγορι των ονειρων της, τον Αλεξ Κολλινς- που αργοτερα, φημολογειται, πως το κανε Φριγουει- να φιλαει αλλη κοπελα. Πονεσε τοσο που ενιωσε την καρδια της να σπαει. Μεταφορικα. Της αρεσε τοσο η αισθηση που ηθελε να το παθει. Κυριολεκτικα. Τι ανοητη! Οι καρδιες δεν σπανε, σκεφτηκε. Μονο ο λαιμος και η σπονδυλικη στηλη. Γεμισε ελπιδα.
Ολη της τη ζωη σχεδιαζε τον θανατο της,. Το ποτε και το που. Τι θα γραφε στον ταφο της- "Τωρα,ΖΩ." μεχρι τι θα φοραγε. Σιγουρα κατι κοκκινο και γκρι. Σιγουρα οχι κιτρινο.Και σιγουρα θα χε μαυρα μαλλια.
Καπως ετσι:
Ηταν οτι ζητουσε πιο πολυ απ ολα στη ζωη της. Ποτε δεν ειχε το κουραγιο να το κανει. Να αυτοκτονησει. Εξαλλου δεν της αρεσε η λεξη "αυτο". Παντα χρησιμοποιουσε τη λεξη "εκεινο". Εκεινοχειρας δεν υπαρχει. Νευριαζε. Νευριαζε που επρεπε να στηριχτει σε αλλους. Σε αλλους ανθρωπους. Ποτε δεν τους καταλαβε. Γιατι κανεις δεν χαζευε τα νεκρα περιστερια στο δρομο, οπως εκεινη; . Γιατι κανεις δεν φωτογραφιζε πατημενα ποντικια στις ακρες του δρομου σαν εκεινη; . Περιεργοι ανθρωποι. Απροσαρμοστοι. Μα πανω απο ολα , που κανεις δεν την αγαπησε αρκετα ωστε να την βοηθησει να πραγματοποιησει το μεγαλο της ονειρο. Να πεθανει. Εχασε πλεον καθε πιστη για την αγαπη.
Αυτο δεν κρατησε πολυ. Ισως να φταιει που ειχε μαζεψει τη χτικιαρα γατα της απο το δρομο. Ισως που δεν χαλαγε ποτε ρευμα με το να ανεβαινει με τα σκαλια. Ισως βοηθησε η θεα φυση ή κατι τετοιο, αλλα εγινε.
Ηταν βραδυ και αποφασισε να ξαναπροσπαθησει. Εβαλε οτι πιο προκλητικο ειχε σε χρυσαφικο και κατεβηκε ατσουμπαλα τις σκαλες για να σεργιανισει στους δρομους. Αυτους με την υψηλη εγκληματικοτητα. Αποφασισμενη γυρνουσε στους δρομους και εκανε την ημιλυποθημη. Μηπως κανας συνανθρωπος τη λυπηθει και την σκοτωσει. Σε μια προσπαθεια μαλιστα , σε ενα στενο αναμεσα στο στεκι ενος μεθυσου και ενος τυφλου γερου, το πιστεψε τοσο πολυ που γλιστρισε και σωριαστηκε. Αυτα τα δευτερολεπτα που περασαν μεχρι να σκασει στο πατωμα ηταν ανυποφορα. Εμοιαζαν αιωνες. Το μονο πραγματα που μπορεσε να δει, ηταν η αιτια του θανατου της. Μια πατημενη μπανανοφλουδα Ακουσε ενα εκκωφαντικο "κρακ" και μετα τιποτα. Ανοιξε τα ματια της και ειδε κοσμο. Κοσμο να την περιτριγυριζει και να την κοιτα με φρικη. Κοσμο να την ληστευει και να γινεται καπνος. Γατες να γευονται τα υπολειμματα μπανανας στα τακουνια της και εναν νεαρο να την πλησιαζει. Εναν νεαρο ομορφο,με ματια μελαγχολικα. Της αρπαξε το χερι και την αγκαλιασε σφιχτα. Καθως αφηνοταν στον ηχο που εκανε το ονομα του ξενου, ενιωσε για μια στιγμη τι παει να πει αγαπη. Με λενε Θανατο, της ειπε....

No comments:
Post a Comment