Friday, 14 December 2012

Ο τελευταιος μαυρος γατος.

 Μεχρι τα τεσσερα μου,ημουν ενας γατος. Γατος αδεσποτος, σχεδον μονος. Δυο σχισμες για ματια, χρωμα μαυρο. Αλλοτε γκρι και καμια φορα, κοκκινωπο. Κυριως ομως μαυρο.
   Περναγα τις μερες μου περπατωντας. Προσεχοντας τα πιο ασημαντα πραγματα. Πατημενα καπακια, πεταμενα κουτια- βελονες στα αχυρα που μονο εγω εβλεπα. Παραξενο πραγμα.
   Τρεφομουν με στιγμες και ανθρωπους. Αλλων γατων, αδεσποτες και μη. Γατες χαρουμενες, προβληματισμενες και προβληματικες. Ευτυχισμενος με το παραμικρο, ενθουσιασμενος με το τιποτα.  Κουρνιαζα σε κουρελια και παρακαλουσα τους αγνωστους για ενα χαδι. Γουργουριζα εριστικα και επειθα τον εαυτο μου πως ημουν ελευθερος.
   Ολα αυτα, μεχρι τα τεσσερα μου. Στα πεντε μου, φορεσα λουρι. Ενα κοκκινο, φανταχτερο με ενα κουδουνακι στη μεση. Κουδουνακι, για να φαινεται πως καπου ανηκω. Μαρκαρισμενος. Μεσα στη εικονικη μου ελευθερια, εμοιαζα καλα. Ξαπλωνα ακομα σε ταρατσες και αγναντευα τον ουρανο αλλα παντα με μετρο. Δεν επαιζα στις λασπες για να μην λερωθω, δεν ετρωγα σκουπιδια για να μην αρρωστισω. Δεν μιλαγα με αλλες γατες πια, ηταν βλεπετε φορεις μικροβιων. Επαψα πια να βλεπω καρφιτσες. Για τα αχυρα δε, ουτε λογος.
   Μια απο αυτες τις μερες που περπατουσα μεσα στα ονειρα μου, επιασε μια πολυ δυνατη βροχη. Τα παντα ετρεμαν και χοντρες σταγονες βροχης χτυπουσαν το τζαμι. Σκουπιδια κυλουσαν μεσα σε ρυακια στους δρομους και κοσμος πηγαινοερχοταν βιαστικα με ομπρελες. Ημουν ομως ασφαλης, ή ετσι νομιζα.Σηκωθηκα απο το μπλε μου μαξιλαρι και κορδοθηκα. Εδιωξα μεχρι και την τελευταια σπιθαμη νυστας απο μεσα μου και πορευτηκα για το μπολακι μου με το φαι, γουργουριζοντας.
   Το επομενο πραγμα που θυμαμαι ειναι η κρυα αισθηση του δρομου. Οι παγωμενες μου πατουσες και η βρεγμενη μου ουρα. Τις θολες -απο το εντονο κουνημα του κεφαλιου μου- φιγουρες. Ολοι ειχαν καπου να πανε. Οχι ομως εγω. Οχι ομως εγω, πια. Σταθηκα χαμενος. Νιαουριζα δυνατα, καθως βηματιζα σχηματιζοντας ζικ-ζακ στην προσπαθεια μου να μην βραχω περεταιρω. Μια αστραπη και μια λαμψη ηταν αρκετη για να με κανει να χασω καθε ιχνος μαγκιας και να χωθω τρομαγμενος σε μια μουσκεμενη κουτα στο τελος του δρομου. Καπου εκει, αναμεσα στην τριακοστη εβδομη αστραπη, με πηρε ο υπνος.
   Κοιμηθηκα για μερες, καλυτερα μηνες. Ανοιξα τα ματια και τιποτα δεν εμοιαζε το ιδιο. Απο την γουνα μου, που απο μαυρη ειχε πλεον γινει γκρι, μεχρι το λουρακι μου που πλεον βρισκοταν στο πατωμα χιλιοπατημενο και ξεχαρβαλωμενο. Παραδοξως, ομως, δεν με πειραζε. Κουνησα δειλα την πατουσα μου πανω στο πεζοδρομιο. Κρυο και υγρασια διαπερασε την σπονδυλικη μου στηλη και τις επτα ζωες μου. Ειχα ξεχασει πως ηταν η αισθηση. Η αισθηση να μην φοβασε να λερωθεις- που και που να το επιδιωκεις κιολας. Το πως ειναι να ανεβαινεις στα δεντρα και να αγναντευεις τις πατημενες τσιχλες. Και πανω απο ολα το να  μιλας σε αλλες γατες.Ελευθερια, σχηματισαν τα μουστακια μου καθως επινα νερο απο μια λακουβα του δρομου.

1 comment:

  1. λυτρωτικές βροχές.
    μην ξεχνάς πως οι γάτες ανήκουν μόνο στον εαυτό τους.

    ReplyDelete